ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

«Ζώον πολιτικόν» ο άνθρωπος; Ετσι είπαν οι σοφοί, ας το πιστέψουμε, κι ας βλέπουμε πως η πολιτική καταντάει «ειδικότητα» μιας ολιγάριθμης συντεχνίας και αποκλειστική απασχόληση μιας κάστας. Το βέβαιο είναι ότι, τουλάχιστον στην ελληνική εκδοχή του που γνωρίζουμε κάπως καλύτερα, ο άνθρωπος τυγχάνει ζώον που πολιτικολογεί με τις ώρες -στο καφενείο και στην ταβέρνα, στο ταξί με το ραδιόφωνο ανοιχτό, στο τηλέφωνο, στην καλοκαιρινή αμμουδιά ή καίγοντας με τσίπουρο το κρύο στα χιονισμένα βουνά, στη δουλειά, στο γήπεδο ώσπου να αρχίσει ο αγώνας, στις οικογενειακές ή τις φιλικές συνάξεις, παντού όπου οι άνθρωποι, συνδυο-συντρεις, μετέχουν στην κοινωνία και στη δημοκρατία πολύ πιο αυθεντικά απ’ ό,τι στα κίβδηλα «αμεσοδημοκρατικά συνέδρια». Οταν μάλιστα έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει στο βάθος η μορφή της κάλπης, τότε τα θέματα της πολιτικής απειλούν να εκτοπίσουν από το «ρεπερτόριο» της παρέας ακόμα και το μάλλον δημοφιλέστερο αντικείμενο συζήτησης (τουλάχιστον για τον αρσενικό πληθυσμό), το ποδόσφαιρο.

Μέρες και μέρες τώρα, λοιπόν, μιλάμε με κάθε ευκαιρία για την πολιτική και τους πολιτικούς. Οχι τόσο για να επηρεάσουμε τους άλλους όσο για να πείσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, μιλάμε για τα παλιά που ραγίζουν και για τα καινούργια που χάνουν πολύ γρήγορα τη λάμψη τους, γιατί δεν παραήταν αυθεντική, για τα «πρωτόγνωρα» και βέβαια για τον αιφνίδιο έρωτα που κυριεύει κάποιους πολιτευτές για κομματικούς χώρους που λίγο πριν τους εχθρεύονταν και ενίοτε τους χλεύαζαν. Λέμε τη γνώμη μας, παθιαζόμαστε, τσακωνόμαστε καμιά φορά. Και μ’ όλα τούτα, τα σπουδαία μέσα στην ανωνυμία και τη μαζικότητά τους, τιμάμε την πολιτική τουλάχιστον όσο και οι «ειδήμονες» και οι «επαγγελματίες» της και συμπληρώνουμε από κοινού το ψηφιδωτό της μνήμης. Γιατί η μνήμη καταπονείται πια όλο και ευκολότερα, και εκτίθεται όλο και συχνότερα. Δεν έχει να κάνει μόνο με τα προστιθέμενα χρόνια η κόπωσή της, όχι? αυτή είναι φυσική, κι αν δεν ελέγχεται κάπως, πάντως συγχωρείται. H εξασθένηση του μνημονικού, τα βραχυκυκλώματά του σχετίζονται και με τον όγκο των πληροφοριών που βομβαρδίζουν καθημερινά την όραση και την ακοή? η απόσταση που χωρίζει την υπερπληροφόρηση από την αποπληροφόρηση είναι πολύ πιο μικρή απ’ όσο υποθέτουμε. Μια φορά κι έναν καιρό (κι όχι την εποχή των παραμυθιών, αλλά μόλις χθες, με μέτρο τον ιστορικό χρόνο) μάθαινε κανείς τα νέα από την εφημερίδα του, αν αγόραζε, κι από το ραδιόφωνό του, αν διέθετε. Αμέτρητοι πλέον οι πομποί, και ακατάπαυστης εικοσιτετράωρης λειτουργίας, στήνουν τη σαγήνη της «πλήρους ενημέρωσης». Από την ανία παρακινημένος ή από την αγωνία της πληροφόρησης, πέφτεις μέσα και, συχνά, συχνότατα, συνειδητοποιείς ότι δαπάνησες ένα πολύτιμο τρίωρο από τη ζωή σου για να παρακολουθήσεις το ένα ή το άλλο στρογγυλό τραπέζι δίχως να κατορθώσεις να αποσπάσεις τίποτε το σαφές από τον υπνωτιστικό θόρυβο της όλης «συζήτησης». Παθαίνεις δηλαδή το ίδιο που παθαίνεις κι όταν, βουλιαγμένος από την κούραση στον καναπέ, βλέπεις μια από τις αναρίθμητες «περιπετειώδεις» ταινίες, ίδιες κι απαράλλαχτες μεταξύ τους, το τέλος των οποίων σε βρίσκει να μη θυμάσαι σχεδόν τίποτε (κι έτσι την πατάς και τις βλέπεις και επόμενη και μεθεπόμενη φορά). Από κούραση λοιπόν παρά από εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον έτυχε να δω τις προάλλες δέκα λεπτά από κάποιο τηλεοπτικό παιγνίδι γνώσεων. Στα τριάντα-τριάντα πέντε του ο παίκτης διδάσκει στη μέση εκπαίδευση, δεν καλοθυμάμαι τι. H ερώτηση ακούγεται πανεύκολη: «Ποιο κόμμα πήρε στη μεταπολίτευση τη θέση της EPE;». Δισταγμός, αμηχανία, αδυναμία απάντησης, προσφυγή στο κοινό, στο ενήλικο άρα και ψηφοφόρο κοινό: εκατό άνθρωποι που θα μπορούσαν να αποτελέσουν και το δείγμα μιας μέτριας δημοσκόπησης. Το 67% λοιπόν του δείγματος ψηφίζει και αποφασίζει ότι η EPE παρέδωσε τη σκυτάλη της στη Νέα Δημοκρατία. Υπήρξε, ωστόσο, κι ένα ενδιαφέρον (αν κι εδώ χωρούν ποικίλα άλλα επίθετα) 16% που ψήφισε ότι διάδοχος της EPE ήταν το ΠΑΣΟΚ (ας σημειωθεί ότι το παιγνίδι προβλήθηκε πριν από την ιδεολογική σύγχυση που προκλήθηκε όταν το μετα-ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να ενισχύσει τη νεοφιλεύθερη πτέρυγά του «φιλοξενώντας» στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας τον κ. Μάνο και τον κ. Ανδριανόπουλο). 67 συν 16 μας κάνουν 83, αλλά επειδή δεν θυμάμαι τι ψήφισαν οι υπόλοιποι, ας ταξινομήσουμε το εναπομένον 17% στη διάσημη πλέον κατηγορία «Δεν γνωρίζω/δεν απαντώ».

Εν πάση περιπτώσει, είκοσι τρεις στους εκατό συν-παίκτες (ενήλικους, ας το επαναλάβω) εμφανίστηκαν ανίκανοι να απαντήσουν σωστά σε ένα ερώτημα που θα το θεωρούσε «βατό» ακόμα κι όποιος έχει να διαβάσει εφημερίδα από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης. Πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια αμνησία, ποια η βαρύτητά της και πόσο υπονομεύει το αξίωμα για τον άνθρωπο ως ζώο πολιτικό και πολιτικολόγο; Τα ερωτήματα έχουν το ενδιαφέρον τους, πρώτα όμως οφείλω να σημειώσω ότι σε άλλη περίσταση το κοινό του ίδιου τηλεκουίζ είχε αποφανθεί, ολόσωστα και με συντριπτική πλειοψηφία, ότι το σονέτο απαρτίζεται από δεκατέσσερις στίχους.

Τυχαίο το δείγμα, το είπαμε, και πολύ μικρό, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε συμπεράσματα δεν μπορεί παρά να είναι άκρως επισφαλή και μάλλον αυθαίρετα. Δεν χάθηκε φυσικά ο κόσμος αν δεν θυμούνται κάποιοι τη γενεαλογία ενός κόμματος, ωστόσο κάτι πρέπει να υποδηλώνει ένα τέτοιο έλλειμμα μνήμης για γεγονότα από τα οποία δεν μας χωρίζει δα μέγας χρόνος και τα οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνεχίζουν να επηρεάζουν τη ζωή μας. H ιστορία των τελευταίων χρόνων δεν περιλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη των σχολείων, άρα δεν μπορούμε να ενοχοποιήσουμε -κατά τη συνήθειά μας- την εκπαίδευση γι’ αυτό το κενό του μνημονικού. Μπορούμε να δεχτούμε, πώς αλλιώς, ότι κανένας, ούτε καν ο κ. Ανδρουλάκης, δεν οφείλει και δεν γίνεται να τα γνωρίζει όλα, ή ότι, για να μη ναυαγήσει κάποιος μέσα στο πέλαγος των πληροφοριών, υποχρεώνεται να επιλέξει ορισμένες νησίδες και να αρνηθεί άλλες, να μην τις «αποθηκεύσει» (για να ζευγαρωθεί έτσι η «εκούσια μνήμη» του Προυστ με την ακούσια αμνησία, στην οποία διαπρέπουν άλλωστε οι εξ επαγγέλματος πολιτικοί). Δεν είναι βέβαια εύκολο να συμφωνήσεις πως υπάρχουν άνθρωποι ικανοί να πορεύονται μια-δυο δεκαετίες χωρίς την παραμικρή επαφή με το «πλαγκτόν» της εντελώς τρέχουσας πολιτικής ιστορίας, τα σημάδια πάντως (ακόμη και στις δημοσκοπήσεις) δείχνουν ότι έχει διαμορφωθεί ένα νέο πλάσμα με δύο γνωρίσματα: πρώτον, αποστρέφεται τη μακρά μνήμη, την ιστορία, και δεύτερον σνομπάρει και αρνείται την πολιτική, και όχι με ιδεολογικά κίνητρα. Τροφός αυτού του αποφασισμένα απολίτικου και εντέλει αντικοινωνικού πλάσματος, που ο πληθυσμός του ευρύνεται διαρκώς, είναι η άκρα περιφρόνηση προς την ιδεολογία και προς την πολιτική μνήμη που επιδεικνύουν τα κόμματα εξουσίας και οι καιροσκόποι της επαγγελματικής πολιτικής. Τα μίξερ, μόνο πολτό μπορούν να φτιάξουν, τι άλλο;