ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπλεγμένοι στα πλοκάμια του φανατισμού

Ο σουάμι Νικιλανάντα, όπως και πολλοί άλλοι δάσκαλοι, είναι πεπεισμένος ότι παρ’ όλο που η Ινδία πάσχει από τη νόσο της διαφθοράς και της δεισιδαιμονίας, στο βάθος της πάντα υπάρχει ένας πυρήνας πνευματικότητας. Ο ινδουισμός «βεντάντα», που πρεσβεύουν, διδάσκει την ενότητα των θρησκειών, υποστηρίζοντας ότι όλες είναι δρόμοι προς τον ίδιο στόχο. Εδώ όμως ανακύπτει ένα ερώτημα: Αν η Ινδία είναι τόσο πλούσια πνευματικά, με μια πνευματικότητα που ξεπερνά τις ατομικές διαφορές, γιατί τότε η χώρα είναι τόσο ευεπίφορη στις θρησκευτικές διαμάχες; Οι σουάμι, βέβαια, τονίζουν ότι η πολιτική εκμετάλλευση των θρησκευτικών προκαταλήψεων δεν είναι δική τους ευθύνη, δεν θα μπορούσαν όμως να κάνουν περισσότερα για να την εμποδίσουν;

Σημεία τριβής

Για χρόνια τώρα, η ανερχόμενη τάση στην ινδική πολιτική είναι η «ιντούτβα», δηλαδή η «ινδικότητα», ένα εθνικιστικό σύνολο πεποιθήσεων που ζητάει από τους Ινδούς να είναι υπερήφανοι για τις παραδόσεις της ινδουιστικής πλειοψηφίας. Αναπόφευκτα, αυτό παίρνει συχνά τη μορφή της επιθετικότητας εναντίον μειοψηφικών θρησκειών, και ιδίως του Ισλάμ, που ακολουθείται από το 12% του ινδικού πληθυσμού. Πολλοί μουσουλμάνοι θεωρούν ότι οι κεντρικές θέσεις της ιντούτβα στρέφονται εναντίον τους, όπως, για παράδειγμα, η έκκληση για απαγόρευση της σφαγής των αγελάδων σε όλη την Ινδία, καθώς και η καμπάνια για «ενιαίο αστικό δίκαιο» – αναφορά στο ξεχωριστό οικογενειακό δίκαιο που εφαρμόζεται στους μουσουλμάνους και που πολλοί ινδουιστές το βλέπουν σαν απαράδεκτη προσβολή στην ιδέα ενός ενιαίου κοσμικού κράτους.

Τρίτο σημείο τριβής, η κίνηση για να κτιστεί ένας ναός στον υποτιθέμενο γενέθλιο τόπο του ιερού ηγέτη του ινδουισμού, του Ραμ, στην Αγιόντια, του κρατιδίου Ουτάρ Πραντές. Το Μπαμπρί τζαμί, που είχε κτιστεί εκεί τον 16ο αιώνα από τον Μπαμπούρ, έναν μουσουλμάνο εισβολέα, κατεδαφίστηκε από ινδουιστές φανατικούς πριν από 11 χρόνια. Ακολούθησαν βίαιες συγκρούσεις σε όλη τη χώρα και η υπόθεση αυτή ακόμη πυροδοτεί μίση και πάθη. Το Κόμμα Μπαρατίγια Τζανάτα, που είναι επικεφαλής του κυβερνητικού συνασπισμού, ανέβηκε στην εξουσία με σημαία του την εκστρατεία της Αγιόντια και φέτος, που είναι χρονιά εκλογών, δεν αποκλείεται να την αναζωπυρώσει.

Οι πολιτικοί, βεβαίως, δεν είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν ότι αναμιγνύουν την πολιτική με τη θρησκεία. Αυτό ισχύει ακόμα και για την Ούμα Μπάτρι, δυναμικό ηγετικό στέλεχος του Τζανάτα, η οποία αντιμετώπισε ποινική δίωξη για την πιθανή ανάμιξή της στις ταραχές που οδήγησαν στην καταστροφή του Μπαμπρί. Το κόμμα της, λέει, είναι ανεξίθρησκο. Η ίδια ωστόσο είναι μια «σανιασίν», άγαμη γυναίκα που έχει απαρνηθεί τα πάντα για να αφοσιωθεί στη θρησκεία και την προσφορά: είναι η πρώτη «σανιασίν» στα 56 χρόνια της ανεξαρτησίας που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην πολιτική. Αυτό όμως, προσθέτει, είναι προσωπική υπόθεση, «όπως το χρώμα του δέρματός μου», που δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική, εκτός ίσως από το ότι την κάνει πιο αδίστακτη γιατί δεν έχει τίποτα να χάσει.

Οπως ισχυρίζεται, η υπόθεση του ναού στην Αγιόντια δεν είναι θρησκευτική, αλλά έχει να κάνει με την εθνική ταυτότητα και τον αυτοσεβασμό. Επίσης, το θέμα της σφαγής των αγελάδων είναι λιγότερο θρησκευτικό και περισσότερο οικονομικό. Κοιτάξτε την Ολλανδία, λέει, που ευημερεί κολυμπώντας σε έναν ποταμό από γάλα: δεν συμφέρει καθόλου τους Ινδούς να σφάξουν τις αγελάδες.

«Αντίθετοι πόλοι»

Ο σουάμι Καράν Σινγκ υποστηρίζει ότι η βεντάντα και η ιντούτβα είναι οι δύο «αντίθετοι πόλοι» του ινδουισμού, παρόμοιοι με τις δύο όψεις του Ισλάμ: τον σουφισμό, που είναι ένα ενδοσκοπικό, μυστικιστικό ρεύμα, και τον ουαχαμπισμό, που είναι πιο δογματικός και κοινωνικά προσανατολισμένος. Αν η βεντάτα έχει κάποιο κόμμα, τότε αυτό είναι το κόμμα του Κογκρέσου, που τώρα βρίσκεται στην αντιπολίτευση.

Είναι δύσκολο πάντως για τους ινδουιστές δασκάλους να ξεχωρίσουν το πνευματικό από το θρησκευτικό. Πάνω στο θέμα του ναού στην Αγιόντια, π.χ., ο Σρι Σρι Ραβί Σανκάρ θα μπορούσε να προτείνει συμβιβαστική λύση στους οπαδούς του. Εχει πολυπληθές ακροατήριο, προβάλλει μηνύματα οικουμενικότητας και έχει πρόσβαση σε πολιτικούς που τον σέβονται. Επιπλέον, η Art of Living είναι ανοιχτή σε ανθρώπους όλων των θρησκειών. Στην πραγματικότητα όμως, στη συζήτηση που έγινε στον ναό του Ραμ, ο τρόπος που μίλησε ο γκουρού έμοιαζε περισσότερο με λόγο πολιτικού παρά πνευματικού ηγέτη, καθώς μιλούσε για τη μακρόχρονη προσπάθεια «καθησυχασμού της μειονοτικής κοινότητας» και τόνιζε την αδικία ενός συστήματος που χρηματοδοτεί τους μουσουλμάνους για να κάνουν το ταξίδι στη Μέκκα ενώ απαιτεί από τους ινδουιστές να πληρώσουν εισιτήριο για να βουτήξουν στο Κουμπ Μελά.

Σύμφωνα με τη γνώμη πολλών σουάμι, είναι μάταιο να απευθύνεται κανείς στους πολιτικούς, γιατί αυτοί πηγαίνουν στους γκουρού μόνο για να πάρουν την ευχή τους και όχι για να ακούσουν τις συμβουλές τους. Και είναι κρίμα. Αυτό όμως είναι αναμενόμενο όσον αφορά τους πολιτικούς. Οι δάσκαλοι του ινδουισμού, ωστόσο, θα περίμενε κάποιος να λένε αλήθειες που δεν είναι ευχάριστες. Οπως μας είπε ο σουάμι Γκοκουλανάντα, ένας δάσκαλος συγκρατημένος και σοβαρός, η εποχή των «αποκλειστικών πνευματικών πρακτικών» έχει περάσει. Εκείνο που χρειάζεται είναι ένας «νέος μοναχισμός». Κατόπιν έδωσε τέλος στη συζήτηση με τον Economist. «Σας είπα αρκετά».