ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΧΡΩΣΤΗΡΑΣ

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε μια πρώτη επαφή με την εκτενή παρουσίαση της ελληνικής τέχνης στη Μαδρίτη, υπό τον τίτλο «Hola Grecia!». Είχα υπαινιχθεί ήδη ότι η κεντρική έκθεση «Breakthrough» πάσχει κυρίως ιδεολογικά, ως προς τη στρατηγική που τη συγκροτεί και την οποία καλείται να υπηρετήσει. Οι επιμελητές σύστησαν την έκθεση χωρίς σαφή στοχοθεσία? αυτό προκύπτει και από τα διαφορετικής απευθύνσεως θεωρητικά κείμενα του καταλόγου? άλλο ιδεολογικό πλαίσιο υποστηρίζει, όπως το υποστηρίζει, η Κατερίνα Γρέγου, άλλο ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, άλλο η Σάνια Παππά. Κατά την ανάγνωσή μου, το πληρέστερο και λυσιτελέστερο δοκίμιο είναι του Ντ. Ζ., ο οποίος επιχειρεί μια παράλληλη ανάγνωση Ελλάδας-Ισπανίας στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, τοποθετώντας ταυτοχρόνως την ελληνική τέχνη σε έναν ιστορικό ορίζοντα. Υπό μία έννοια, ο Ντ. Ζ. μεταφέρει εδώ κάποιες ιδέες από το σημαντικό μελέτημά του για τη μεταπολεμική ελληνική τέχνη, που δημοσίευσε στον κατάλογο της συλλογής Μπέλτσιου.

Η έκθεση λοιπόν, προϊόν βουλήσεως και γούστου τριών ετερογενών επιμελητών, έχει ελλιπές στρατήγημα? ενδεχομένως για αναπόφευκτα, ιδρυτικά αίτια: είναι δυνατή μια έκθεση αντιπροσωπευτική της ελληνικής τέχνης; Ποια Ελλάδα έχουν στο νου τους οι επιμελητές; Συμφωνούν σε έναν μέσο όρο των γούστων τους και συγκροτούν μια έκθεση μέσου γούστου? με προσεκτικές αναλογίες παλαιών και νέων καλλιτεχνών, υλικών και μέσων κ.ο.κ. Κατά το δικό μου γούστο, η επιλογή είναι συντηρητική: παρά είναι μοντερνιστική και προβλέψιμη, εντός του αναμενόμενου κυρίαρχου ιδιώματος, χωρίς να αναδεικνύει ιδιαίτερες γραφές.

Στο χάος της ARCO λ. χ. το πλήθος μαγνητιζόταν από τις ξεχωριστές (όχι αναγκαστικά ανώτερες) γραφές της Ελένης Λύρα και του Αγγελου Παπαδημητρίου, γραφές που αναμετριούνται με μια νέα αφηγηματικότητα και με μια σύγχρονη εκδοχή του κάλλους ή της παρωδίας του κάλλους. Στο Breakthrough απουσίαζαν εν γένει αυτές οι ξεχωριστές γραφές, πλην του λαμπρά ιδιοσυγκρασιακού Νίκου Αλεξίου, του ευθύβολου και γυμνού Πάνου Χαραλάμπους, του άψογα σιωπηλού Νίκου Ναυρίδη. του νοητικο-διακοσμητικού Αλ. Ψυχούλη. Προσωπικά πιστεύω ότι ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας των νεότερων καλλιτεχνών μας είναι μια αφηγηματικότητα, έτσι όπως την εκφράζουν δημιουργοί τόσο διαφορετικοί όσο ο T. Παυλόπουλος, ο M. Ζαχαριουδάκης, ο X. Κοντοσφύρης, ο E. Σακαγιάν, ο Δ. Ζουρούδης, ο Σ. Χριστοδουλίδης και ο Ξ. Μπίτσικας (προσθέστε κι άλλα ονόματα…)

Το θέμα βέβαια δεν είναι η προσθαφαίρεση ονομάτων, αλλά η συλλειτουργία των έργων. H έκθεση φτιάχνεται με έργα, όχι με λόγια. H παρούσα έκθεση δεν λάμπει επειδή ακριβώς φέρει θαμπά, αμήχανα έργα, ακόμη κι από ώριμους καλλιτέχνες όπως ο Γ. Χατζημιχάλης και ο Θ. Τότσικας. Ορισμένα έργα νεοτέρων μου φάνηκαν εντελώς αμήχανα (Μανέτας, Βλάχος, Μαγγανιά) ή αδιάφορα. δεν είχαν τη δύναμη, τη λάμψη της «εξαγωγής»? ήσαν τόσο κοσμοπολίτικα, τόσο correct, τόσο όμοια με την τέχνη του «Frieze», που καταντούσαν άχρωμα, προβλέψιμα, σχεδόν αόρατα. Στους αντίποδες αυτής της άχρωμης οπτικής, βρίσκεται το πολυμεσικό, πολυαφηγηματικό πρότζεκτ «The making of the BalkaWars: the Game» της ομάδας Personal Cinema? πίσω από την επίπονη, μακρόχρονη υλοποίηση του πρότζεκτ βρίσκεται κυρίως ο αφανής Ηλίας Μαρμαράς. Εδώ έχουμε μια πολυστρωματική αφήγηση για ένα δυσάρεστο γεγονός, ένα βρώμικο ακατανόητο πόλεμο, εμφύλιο και εθνοτικό. Οι πολλές και ποικιλόμορφες ταινίες, τα βίντεο, το επινοημένο computer game, μιλούν για πολιτική, πόνο, αδιέξοδα, θάνατο, βία, ψέματα και συγκαλύψεις, μιλούν για την ανθρώπινη συνθήκη. Και αποαισθητικοποιούν τη ζωή, αφαιρούν το θέαμα από την πολιτική – το σημαντικότερο και δυσκολότερο. Αφήνουν γυμνή την ουσία, και το πράττουν με το πιο σύγχρονο λεξιλόγιο, χωρίς φορμαλιστικές εμμονές, περιφρονώντας το κυρίαρχο πολιτικώς ορθόν.

Το «The making of the BalkaWars: the Game» αναπόφευκτα το συγκρίνεις με το έργο της Μαρίας Παπαδημητρίου «We’ll meet again» στο Reina Sofia: ένα πιάνο-καραόκε, δύο κούκλες ντυμένες στρατιώτες, εξώφυλλα από πολεμικά βιβλία τσέπης. Στον τοίχο προβολές με τους νοσταλγικούς στίχους του τραγουδιού «We’ll meet again». Είναι το πιο καλοφτιαγμένο έργο της M. Π. και το πιο αμήχανο, ανερμάτιστο πολιτικά και συναισθηματικά. Δεν ξέρεις από πού βλέπεις και τι βλέπεις; H ειρωνεία δεν σώζει.