ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Μήπως η ποίηση δεν είναι εντέλει παρά η σύλληψη ενός ή δύο το πολύ ουσιωδών συναισθηματικών τόνων; Μετά την πενηντάχρονη, όχι πυκνή αλλά αδιάκοπη παρουσία των οκτώ ποιητικών συλλογών του, στη ένατη συλλογή «Εως» («Νεφέλη», σελ. 43) ο Βύρων Λεοντάρης κατορθώνει να αναδημιουργήσει τη συγκλονιστικότητα ενός συναισθηματικού σπαραγμού. O σπαραγμός δεν είναι συνθήκη που γεννιέται οποτεδήποτε. Τον νιώθουμε τις κρίσιμες, συντριπτικές στιγμές που συνειδητοποιούμε την απώλεια, κι ακόμα τις στιγμές που κάτι οριστικά χαμένο αναφαίνεται σαν όνειρο, σαν ψευδαίσθηση ή σαν μισερή πραγματικότητα κάνοντας την απουσία εξαιρετικά οδυνηρή.

Μια τέτοια στιγμή αποτυπώνει στο πρώτο μέρος της συλλογής του με τον υπότιτλο «Εκτός» ο Βύρων Λεοντάρης. Σε τι συνίσταται η απώλεια; «Γιατί με φώναξες και γύρισα/ Καλά έφευγα και καλά με ξεπροβόδιζαν χωρίς να μου/ κρατούν κακία τα εγκόσμια…/ Γιατί με φώναξες και γύρισα/ σα δάκρυ που μετάνιωσε και δεν εκύλησε/ Γιατί να πρέπει να διανύω προς τα πίσω όλη/ αυτή την εγκατάλειψη/ γέρος ποιητής διωγμένος απ’ τους στίχους μου… / Να συνδεθώ με τι; Αναζητώντας τι;/ Ποιο αθέατο βάθος/ ποια μυθική νεότητα;». H συμφιλίωση με το τέλος φαινόταν συντελεσμένη – με την εξασθένιση της ποιητικής έμπνευσης, με το αδυνάτισμα του καλέσματος της ζωής. Βρισκόμαστε στην κατάσταση της ψυχικής αποδοχής του τέρματος και στη συνθήκη της αναμονής του. Γιατί ωστόσο, ενώ θεωρούσαμε ότι οριστικά οδεύαμε προς την αντίπερα όχθη, η φωνή της ποίησης και ο πειρασμός της ζωής μάς ξανακάλεσαν; Γιατί μας ενέπλεξαν ξανά στην αδυσώπητη διεκδίκηση ενός εκ προοιμίου χαμένου ή αβεβαίας έκβασης αγώνα; Δεν είναι χαρά η πρόκληση αυτή, δεν είναι θρίαμβος να τον υμνήσουμε με τρόπο λυρικό. Είναι αντιθέτως απελπισία και οδυρμός, θρήνος και δάκρυα, καθώς η μάχη είναι αδυσώπητη. Σε ποια βοήθεια θα υπολογίσουμε, σε τι προοπτικές θα στηριχθούμε, με ποιο κουράγιο θα βαδίσουμε;

Η αίσθηση της απώλειας στον Λεοντάρη είναι καθολική. Υπαρξιακή. Κοινωνική. Καλλιτεχνική. Το κέντρο διαστέλλεται έτσι ώστε αναζητώντας το να βρισκόμαστε μέσα στο κενό. Το νόημα καταρρέει. Κυριαρχεί η απουσία. «Κι άξαφνα σαν από παντού να λείπαμε και να μας έλειπε/ το πάν». H ουσία του χρόνου διαφεύγει. «Το μέλλον έχει ένα βέβαιο τέλος/ αλλά τα περασμένα εκκρεμή και αβέβαια/ και συσσωρεύονται μπροστά μας». H κοινωνική ήττα είναι γεγονός, καθώς οι αγώνες αποδείχθηκαν άγονοι. Απειρες οι θυσίες και οι νεκροί, εκατομμύρια οι θύτες και τα θύματα. Μεταπίπτοντας στο αντίθετό του, το ήθος μετατρέπεται σε ύβρι. «Της τόλμης η παραφορά κι ο κόπος της ελπίδας» πάνε στράφι. «Περίλυπο το σύμπαν/ κι όλοι οι λαοί ηττημένοι». Το αποτέλεσμα παύει να θεωρείται πια σκοπός αλλά απόβλητο που ρυπαίνει όσια και ιερά.

Στην καλλιτεχνική ζωή, τέλος, ο ποιητής αντιδικεί με τα ποιητικά έργα. H θνητότητα του δημιουργού εχθρεύεται την αθανασία των δημιουργημάτων. Και βυθισμένος μέσα στο αίσθημα μιας απόλυτης αδυναμίας, ο ποιητής ξεστομίζει κατάρες που ακούγονται κωμικές: να μείνουν τα έργα στο στάδιο της γραφής και ο παιδεμός τους να μην έχει τέλος, να ξεσκίζονται από τα τσιγκέλια των γραφίδων, να πετσοκόβονται στα χειρουργεία των παραναγνώσεων, να αναπαράγονται αιωνίως χωρίς τη δυνατότητα λήθης, σε μνήμες ηλεκτρονικές. Να ζουν ατελεύτητα με άλλα λόγια το μαρτύριο του απέθαντου ή του άλιωτου νεκρού.

Κι ωστόσο, στο δεύτερο μέρος της συλλογής «Επέκεινα», τα έργα τέχνης αποδεικνύονται και αυτά θνητά, καθώς ο σεισμός του 1997 μετέτρεψε σε σωρούς σοβάδων τις ξακουστές τοιχογραφίες της βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου της γειτονικής Ασσίζης. «Κλαίνε κι οδύρονται οι σεβάσμιοι γέροντες/ τυφλά τους τοίχους ψηλαφούν/ χαϊδεύοντας την πέτρινή τους γύμνια/ ωχ ώχου χου σκόνη και θρύψαλα τα έργα των χεριών μας/ τέλος φρικτό του γήρατός των». Τι απομένει; Αντίγραφα των καρτ-ποστάλ, αλλά και η δυνατότητα ενός θρύψαλου ως κρυφού ενθύμιου. Κι όπως εμφανιζόταν στο πρώτο μέρος της συλλογής «Εκτός», απομένει ακόμα ο πόθος και η βαθύτατη νοσταλγία του άπιαστου και του ανέφικτου ονείρου «Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε/ στ’ αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης/ κρατήστε τον καρπό Αλλά/ δώστε μου πίσω το άγανο/ το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου/ και χάθηκε χρυσίζοντας/ προς τον βαθύψηλο ουρανό». Γίνεται κανείς ποιητής για να εκφράσει έναν ή δύο το πολύ ουσιώδεις συναισθηματικούς τόνους.