ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Ανάμεσα στα νηστήσιμα και τις ρακές, η συζήτηση γλιστρά αναπόφευκτα στον καθ’ ημέραν βίο. Στα -μειοψηφικά πια- νοικοκυριά με παιδιά, το κέντρο του βίου είναι τα παιδιά. Νήπια, πρωτάκια, ατίθασοι μαθητές, τρικυμιώδεις έφηβοι, φευγάτοι φοιτητές…

Οι σαράντα-κάτι γονείς, νέοι και ακμαίοι με οποιαδήποτε άλλα κριτήρια, όταν μιλούν για τα παιδιά που μεγαλώνουν πλάι τους, για τους εφήβους που «συγκατοικούν» σπίτι τους, νιώθουν αμήχανα υπερήλικες… «Οταν ακούω τον γιο μου, αισθάνομαι γριά, σηκώνω τα χέρια…» εξομολογείται η σαραντάχρονη φίλη, επιτυχημένη επαγγελματίας, «περπατημένη» και εξεγερμένη στα νιάτα της, καλλιεργημένη, με δυο λόγια: μοντέρνα.

Τι δεν καταλαβαίνει ο μοντέρνος γονιός από το ακόμη-πιο-μοντέρνο παιδί του; Τι διαφεύγει; Δεν έχω εύκολη απάντηση, αλλά τολμώ να πω ότι το «χάσμα» -όσο υπάρχει- είναι νοητικό και, κυρίως, συναισθηματικό. Οταν λέω νοητικό δεν εννοώ μόνο τη νέα ψηφιακή κουλτούρα, τους υπολογιστές, το Διαδίκτυο – που και αυτά πάντως παίζουν τον ρόλο τους. Εννοώ το συνολικό πλέγμα πληροφορίας και ψυχαγωγίας, εντός του οποίου μεγαλώνει το παιδί, εννοώ την τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα περιοδικά? αυτό το ποτάμι σημάτων -ό,τι αποκαλούμε infotainment στον ενήλικο κόσμο- εκπαιδεύει το παιδί υπερβολικά πολύ, τόσο πολύ που δεν μπορούν να το ανταγωνιστούν η οικογένεια και το σχολείο.

Η οικογένεια δεν μπορεί, διότι από καιρό έχει πάψει να είναι ο βασικός εκπαιδευτής του παιδιού: οι σημερινοί γονείς τρέχουν από δουλειά σε δουλειά για να κατάλήξουν αγχωμένοι στο σπίτι. Τον ρόλο τους ζητούν να τον αναπληρώσει το σχολείο, αλλά κι αυτό δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις πολλαπλές απαιτήσεις. Δεν μπορεί να αναπληρώσει τη, συχνά λειψή, βασική κοινωνικοποίηση του παιδιού, που κανονικά θα έπρεπε να δώσει το οικογενειακό περιβάλλον. Και δεν μπορεί επίσης να ανταγωνιστεί την ακαταμάχητη καταιγίδα της τηλεόρασης και των ψηφιακών μέσων.

Πολλοί από τους σημερινούς γονείς δεν είναι τεχνοαναλφάβητοι – κάθε άλλο. Αρα το χάσμα δεν είναι τεχνικό, γνωστικό. Οι δυσκολίες επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης πηγάζουν από τις χρήσεις της τεχνολογίας, και τις προσδοκίες. Για τον γονιό το Διαδίκτυο είναι εργαλείο, και μια θαυμαστή δυνατότητα. Για το παιδί είναι ένα οικείο παράθυρο διαρκώς ανοιχτό, σε έναν κόσμο χωρίς ορατά σύνορα. Για τον γονιό η τηλεόραση είναι ένα αναγκαίο κακό, ένα υπνωτικό για μετά τη δουλειά, μια ταινία? είναι επίσης ένας νεωτερισμός που δεν τον έχει χωνέψει κατά βάθος. Για το παιδί είναι η τάξη του κόσμου, είναι το κέρας της Αμαλθείας, ένας αγωγός που εκπαιδεύει και ψυχαγωγεί αδιάκοπα? και κυρίως ένας μηχανισμός που το ενηλικιώνει αιφνίδια, που διαλύει τα παραμύθια και τον Αγιο Βασίλη, που σαρώνει το μαγικό προστατευτικό κλουβί της παιδικής ηλικίας, και βάζει το παιδί σε μια πάμφωτη εξωοικιακή πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα της τηλεψηφιακής «εκπαίδευσης» εκτοπίζει την παλαιού τύπου μαγεία και στη θέση της βάζει μια νέα? ο ορθάνοιχτος κόσμος της επικοινωνιακότητας δεν φέρνει απαραιτήτως περισσότερη ή πιο ουσιαστική επικοινωνία, το αντίθετο: οι τεχνομορφωμένοι γονείς έχουν κι αυτοί προβλήματα κατανόησης των παιδιών τους. Πάντως, το πέρασμα των παιδιών από την επικοινωνιακότητα, από την τηλεψηφιακή κουλτούρα, είναι εν πολλοίς το πέρασμα από τον κόσμο της παιδικότητας στον κόσμο των μεγάλων, είναι η νέου τύπου μυητήρια τελετή, το rite de passage. Και είναι ανεξέλεγκτη.

Το μείζον εντούτοις παραμένει η συναισθηματική σχέση. Δηλαδή, η αγάπη… Ο Γκαίτε λέει ότι η πραγματική δύναμη είναι να ξέρεις ότι σε αγαπούν και όχι να ξέρεις ότι κατέχεις δύναμη. Η αγάπη, όταν υπάρχει και τη νιώθεις πάνω σου, σε κάνει να νιώθεις άτρωτος. Αυτό προσφέρει η οικογένεια, αυτή είναι η πρωτογενής παιδεία που δίνει στο παιδί. Τα παιδιά που γεύτηκαν αγάπη πιστεύουν στους ανθρώπους, ό,τι κι αν τύχει. Αυτό είναι που λείπει σήμερα, που φαίνεται να φυραίνει, παρότι όλοι οι γονείς τη δίνουν κι όλα τα παιδιά την αποζητούν. Σκαλώνουμε στη μετάγγιση, στην αμφίδρομη κυκλοφορία αυτής της δύσκολης αγάπης. Ποτέ δεν ήταν εύκολη, μα σήμερα είναι δυσκολότερη. Αλλά μόνο γι’ αυτό αξίζει να νοιαζόμαστε? όλα τ’ άλλα σβήνουν.