ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μνήμες ένδοξης φόρμας

Αριστοφάνης: Μισός αιώνας

Σκηνοθεσία: Γ. Λαζάνης – Θ. Γράμψας – Κ. Καπελώνης

Θέατρο Τέχνης

«Χίλιες φορές χίλιους καιρούς

σαν το κρασί παλιώνουνε

τα ξαναλές τα ξανακούς

ποτέ δε λιώνουνε»

Γιάννης Ευσταθιάδης

«Στιχουργήματα», 2004

Μακάρι να ήταν απόλυτα αλήθεια οι στίχοι του ποιητή στην περίπτωση της 50χρονης «Αριστοφανιάδας» του Θεάτρου Τέχνης. Ο Γ. Λαζάνης και τα δύο νεότερα άξια στελέχη αυτής της εργατικής κυψέλης έσκυψαν στα κιτάπια του παρελθόντος, τρύγησαν πολύτιμες μνήμες και συνέρραψαν κομμάτια τους ώστε, όπως λέμε, να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι καινούργιοι.

Και βέβαια, σ’ αυτή τους τη συγκινητική -και για κείνους και για μας- αναπόληση της αριστοφανικής κωμωδίας στο Θ. Τέχνης, από τους «Ορνιθες» του 1957 μέχρι τον «Πλούτο» του 2001, παρελαύνει το μέγα πάνθεον των ονομάτων της ελληνικής μετάφρασης, μουσικής, σκηνογραφίας, ενδυματολογίας και χορογραφίας, εκτός ασφαλώς από την υπογραφή του Κ. Κουν, αλλά και των συνεχιστών Γ. Λαζάνη και Μ. Κουγιουμτζή. Ολα αυτά τα χρόνια ο Κουν έψαξε το πρόσωπό του στην αττική κωμωδία. Το διαμόρφωσε σταδιακά για να το βρει ουσιαστικά το 1976 με τους περίφημους «Αχαρνής» του και το θέατρο σκιών. Ο Κουν, όπως φαίνεται καθαρά και από τη συγκεκριμένη διδακτική παράσταση, ενέταξε το αριστοφανικό υλικό σε μια λαϊκή φόρμα, αντίθετη προς εκείνην του Αλ. Σολομού, μια φόρμα ευφορική, πανηγυριώτικη, με πολύ ελληνικό παρορμητικό στοιχείο και ελάχιστη, πρέπει να πω, αριστοφανική ουτοπική μελαγχολία. Θέλησε να πιάσει τον σφυγμό του νέου Ελληνα μέσα απ’ τις παραδόσεις του. Και το πέτυχε με τη βοήθεια πολυτάλαντων ανθρώπων που, κάθε φορά, ενστερνίζονταν την άποψή του και δρούσαν ανάλογα στον τομέα τους.

Σύμβαση γιορτινή

Οργάνωσε μια κωμωδία λαϊκής ψυχαγωγίας, η οποία όμως συντηρούσε υψηλό το δημοκρατικό της φρόνημα. Μίλησε στον θεατή για πράγματα πολύ παλιά μέσω ενός νέου, αποδεκτού απ’ αυτόν κώδικα, μιας σύμβασης γιορτινής που είχε μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει τη συναίνεση ενός μεσογειακού κοινού. Κι αυτό, τόσο περισσότερο όσο υπογραμμιζόταν ο κριτικός – συντηρητικός χαρακτήρας του ποιητή και το δομικό στοιχείο της φαλλικής αισχρολογίας του. Πιστεύω ότι η γραμμή Κουν τελεσφόρησε πληρέστερα στα λιγότερο «αριστοκρατικά» έργα του Αριστοφάνη, ήγουν σ’ εκείνα στα οποία πρωταγωνιστής είναι κάποιος εκπρόσωπος της αγροτικής οικονομίας, όπως ο Δικαιόπολις των «Αχαρνέων», ο Στρεψιάδης των «Νεφελών» και ιδίως ο Τρυγαίος της «Ειρήνης». Αν υπήρξε, κι απ’ όσα είδαμε στην τωρινή συμπιληματική παράσταση, ένας μεγάλος κίνδυνος στη χρωματική και ευωχούμενη φόρμα του Κουν ήταν εκείνος της ασωτείας εξωτερικών μέσων, που παραμερίζουν το αστικό πνεύμα και την καταγωγή του ποιητή υπέρ μιας κυρίαρχης γραφικότητας και ενός δυναστευτικού εικαστικού στοιχείου. Οσο για τις παραστάσεις των διαδόχων του Δασκάλου, αυτές κινήθηκαν λίγο ώς πολύ στη δική του γραμμή με σχετικές αποκλίσεις προς μια πιο «εξευγενισμένη», δυτική προοπτική από τον Μίμη Κουγιουμτζή.

Βέβαια, η αναδρομή στο ύφος και τις επιτεύξεις του Θεάτρου Τέχνης πάνω στο θέμα δεν κλείνεται σε λίγες γραμμές. Τόση εμμονή, τόσος μόχθος, τόσοι ταλαντούχοι άνθρωποι ζητούν εγχειρίδιο μικρής ιστορίας. Και μας το παρέδωσε, πλούσιο και πλήρες, ομολογώ, το πρόγραμμα της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, πρόγραμμα κυρωμένο φωτογραφικά και παραστασιολογικά από όλα τα διαθέσιμα αρχεία.

Αποσπάσματα κωμωδιών

Τώρα, η γενική κάτοψη της κουνικής φόρμας, όπως προσπαθήσαμε τόσο βραχυλογικά να δείξουμε παραπάνω, είναι εντελώς ανεξάρτητη της συγκεκριμένης αναμνηστικής παράστασης. Αποσπάσματα από τις δέκα κωμωδίες που ανέβασε το Θ. Τέχνης παρήλασαν μπροστά στα μάτια του θεατή. Συνέβη όμως το εξής παράδοξο: τα κομμάτια αυτά προϋπέθεταν τη γνώση του μύθου εκ μέρους του αποδέκτη, ούτως ώστε να μπορεί να αντιληφθεί τη λειτουργικότητά τους. Ετσι αποκομμένα, και ιδίως τα Χορικά, γεννούσαν απορίες, ιδίως σε νεότερο κοινό, που ωστόσο δέχομαι ότι ήρθε σε αδρομερή επαφή με την κουνική αντίληψη. Οι παλαιότεροι πάλι, όση συγκίνηση κι αν ένιωσαν, την ένιωσαν γι’ αυτό που θυμήθηκαν κι όχι τόσο γι’ αυτό που είδαν. Αυτό που είδαν, αναγκαστικά κουτσουρεμένο και ξεκορμισμένο από την όλη του κειμενική και παραστασιακή σύμφραση, έδωσε, όπως και να ‘ναι, την αίσθηση μιας ξεθωριασμένης ρέπλικας, ενός θεατρικού μνημοσύνου που είχε περισσότερο φιλολογικό και λιγότερο δραστικό σκηνικό χαρακτήρα.

Αυτές οι παρατηρήσεις επ’ ουδενί υποστηρίζουν το αχρείαστο του εγχειρήματος. Αν ίσως η επιλογή περιοριζόταν σε λιγότερα αλλά εκτενέστερα και πιο χαρακτηριστικά κομμάτια, η ελλείπουσα θεατρικότητα θα ενδυναμωνόταν και το όλον θα συμπυκνωνόταν χωρίς απώλειες ως προς την πρόσληψη των κουνικών λύσεων – πράγμα που ήταν και ο βασικός στόχος. Η πλήρης αντιπροσώπευση όλων των αριστοφανικών κωμωδιών του Θεάτρου Τέχνης επιβάρυνε τη διάρκεια αμβλύνοντας το ήδυσμα και τις εντυπώσεις.

Λαμπρός ο Χορός

Παρά ταύτα, ένας Χορός λαμπρός, ασκημένος στο έπακρο από τη Μ. Κυνηγού και τη Λ. Τσολάκη έδωσε την ψυχή του στο απαιτητικό αυτό θέαμα, που ανακάλεσε τις μουσικές του παρτιτούρες με βάση την ακριβέστατη επιμέλεια του Φίλ. Τσαλαχούρη. Ο Διον. Φωτόπουλος έχει παρακολουθήσει -ή συνεργαστεί- σ’ ένα μεγάλο, στο νεότερο ιδίως, μέρος των παραστάσεων αυτών. Με μέσα απλά, χωρίς φανφάρες και ευκολίες, μ’ ένα μπερντέ, δέκα σημαιάκια και λαμπιόνια, μας μετέφερε στο σκηνικό αλλά και στα κοστούμια το κουνικό πνεύμα του εορταστικού κώμου. Πέτυχε αυτό που θα λέγαμε: εξ όνυχος τον λέοντα.

Εξαιρετικοί κωμικοί μας και εν γένει ηθοποιοί που βαπτίσθηκαν απ’ τους σκηνοθέτες στους εκάστοτε τρόπους και στον γενικό τ ρ ό π ο του Θ. Τέχνης, ζωντάνεψαν με περισσή κεφάτη φροντίδα και χωρίς την παλιά προβληματική προφορά της ελληνικής γλώσσας στο Θ. Τέχνης, τα επεισοδιώδη μέρη: ο Τ. Πεζιρκιανίδης, η Ανν. Σαντοριναίου, ο Γ. Μόρτζος, ο Αλ. Μυλωνάς, ο Γ. Καρατζογιάννης αλλά και οι νεότεροι Ηλ. Γιαννάκης, Φ. Μακρής, A. Θεοδότου, Διον. Ακτύπης, Περ. Μοσχολιδάκης, Δ. Δεγαΐτης, Ν. Νίκας και πολλοί άλλοι. Με γόνυ ευλαβικό προς τον Δάσκαλο και τους κατά καιρούς εξαίρετους συνεργάτες του, η παράσταση αυτή μαζί με το κοινό της, τώρα που σώθηκε το παλιό κρασί, επισημαίνει την αγωνία μιας, αν όχι εξίσου δυναμικής, πάντως δημιουργικής συνέχειας, ή…