ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οψεις

Ενα συχνό παράπονο στον δυτικό κόσμο είναι η έλλειψη χρόνου. Δεν υπάρχει αρκετός χρόνος ώστε να χωράει τον πλούτο και την ποικιλία μιας γεμάτης ζωής. Μερικοί κάπως τα καταφέρνουν, καταφεύγοντας σε έναν αγχωμένο συγχρονισμό, κάνοντας δύο ή περισσότερα πράγματα μαζί – οδηγούν και μιλούν στο τηλέφωνο, τρώνε και ψωνίζουν, κάνουν έρωτα και μελετούν τη νέα διακόσμηση του σπιτιού, παραθέτουν γεύματα και προωθούν την καριέρα τους κ.ο.κ. H ολοένα εντεινόμενη διείσδυση της αγοράς στη ζωή μας μάς επιτρέπει, άλλωστε, να ξοδεύουμε χρήματα σε διάφορες δραστηριότητες ταυτοχρόνως. Αυτή η πολυπραγμοσύνη, ωστόσο, προσκρούει σε μιαν ανυπάκουη πραγματικότητα – ότι δεν μπορούμε να είμαστε συγχρόνως σε δύο μέρη. Αναμφίβολα, χάρις στο κινητό τηλέφωνο, το Ιντερνετ, τις γρήγορες μετακινήσεις και άλλες σύγχρονες ευκολίες, οι δυνατότητές μας έχουν σημαντικά αυξηθεί? ωστόσο, η τόσο ποθητή πανταχού παρουσία ποτέ δεν πρόκειται να επιτευχθεί. Ολο και περισσότεροι εύποροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αυτό με τον μόνο λογικό τρόπο: αναθέτοντας σε υπεργολάβους κομμάτια της ζωής τους.

Στον σύγχρονο κόσμο των επιχειρήσεων είναι πολύ συνηθισμένο να ανατίθενται υπεργολαβικά διάφορες δραστηριότητες με στόχο να μειωθεί το κόστος παραγωγής. Ολόκληρες αλυσίδες αντιπροσώπων, πληρεξουσίων και μεσαζόντων προστατεύουν τους καταναλωτές από δυσάρεστες συναντήσεις με τους πραγματικούς παραγωγούς. Είναι αναπόφευκτο, επομένως, το σύστημα της υπεργολαβίας να χρησιμοποιείται και από ιδιώτες για άλλες μορφές ανεπιθύμητης εργασίας. H υπεργολαβική ανάθεση καθηκόντων της ίδιας μας της ζωής είναι μια φυσική απάντηση στα διλήμματα των φτωχών σε χρόνο, ιδιαίτερα όταν η ένδεια χρόνου αντισταθμίζεται με παχυλούς μισθούς, θεαματικά μπόνους, αμοιβές και μερίσματα. Είναι πολύ λογικό να αγοράζονται όσα έχουν γίνει πολύ δυσβάσταχτα για τους πολυάσχολους, εκείνους που υποφέρουν από έλλειψη ελεύθερου χρόνου. Τα βάρη αυτά μπορούν να γίνουν ελαφρύτερα με τη μίσθωση φτηνής εργασίας, που μας ελευθερώνει για να ασχοληθούμε με πιο προσοδοφόρες δραστηριότητες.

Βεβαίως, οι πολύ πλούσιοι πάντα αναζητούσαν ανακούφιση από τις αγγαρείες της ζωής. Ποιος ή ποια, εάν μπορούσε να το αποφύγει, θα ήθελε να σπαταλάει χρόνο για να καθαρίζει και να πλένει, να παράγει τρόφιμα, να τα προετοιμάζει και να τα μαγειρεύει; Ποιος ή ποια, εφόσον διαθέτει νου προσαρμοσμένο στη σύγχρονη εποχή, θα περνούσε αυτοβούλως περισσότερο χρόνο -πέραν αυτού που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ποιοτικές στιγμές»- με παιδιά, ηλικιωμένους γονείς και όλους εκείνους που πιστεύουν ότι η σχέση τους μαζί μας τους δίνει το δικαίωμα για περισσότερο χρόνο απ’ όσο εμείς κρίνουμε ότι διαθέτουμε;

Ηταν αναμενόμενο να ξεφορτώσουμε μέρος αυτού του καταπιεστικού βάρους στους ώμους εκείνων που η μοίρα τούς κάλεσε να είναι οι κουβαλητές του νερού και των καυσόξυλων, κι ας μην είναι πλέον αυτή η μορφή με την οποία εμφανίζονται στον κόσμο οι οικονομικά υποδεέστεροι. Αποστολή τους είναι να στελεχώνουν τα συνεργεία των υπεργολαβιών μας με τα χαρούμενα χαμόγελα και τα καθαρά πρόσωπα που απαιτεί η κουλτούρα μας της δημοκρατικής ευγένειας, υπολογισμένη για να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά ως προς την ανάγκη μας να αναθέτουμε σε άλλους προσωπικά μας καθήκοντα. H Μπάρμπαρα Εσενράιχ, στο βιβλίο της Global Woman, περιγράφει με συναισθηματική ένταση τον τρόπο που οι εύπορες γυναίκες της Δύσης καταφεύγουν όλο και περισσότερο στην «εξαγορά στοργής», αναθέτοντας τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων τους σε φτωχές γυναίκες από τον Τρίτο Κόσμο ή το πρώην «ανατολικό μπλοκ». Δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο σε αυτό – η χρησιμοποίηση των φτωχών γυναικών στον ρόλο της παραμάνας ήταν από παλιά παράδοση στις ανώτερες τάξεις, ενώ ο καταμερισμός της εργασίας στο υπηρετικό προσωπικό των πλούσιων σπιτιών δείχνει τις περίπλοκες ιεραρχίες στην οικιακή οικονομία του παρελθόντος. H μόνη διαφορά είναι η κλίμακα που συμβαίνει αυτό σήμερα. Εκείνο που πριν ήταν ένα αριστοκρατικό προνόμιο, έχει γίνει ο κανόνας για τα εύπορα μεσοαστικά νοικοκυριά.

Θα έπρεπε ίσως να χαρούμε με αυτές τις εξελίξεις, αφού υποδεικνύουν ότι η παγκοσμιοποίηση σκορπίζει ευρύτερα τα ωφελήματά της. H ανθρωπολόγος Μπρίτζετ Αντερσον αναφέρει ότι σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης, όταν τα παιδιά παίζουν την οικογένεια, μοιράζονται μεταξύ τους τους ρόλους της μαμάς, του μπαμπά και της Φιλιππινέζας. Δεν λαμβάνεται υπόψη ότι η απόσπαση αυτών των «ασήμαντων» γυναικών από τη φροντίδα των δικών τους οικογενειών για να φροντίσουν τα παιδιά και τους γονείς των προνομιούχων, μπορεί να βλάψει όχι μόνο τους δέκτες της πληρωμένης στοργής αλλά και τα παιδιά που οι γονείς τους ξενιτεύονται στην άλλη άκρη του κόσμου για να υπηρετήσουν τους φτωχούς σε χρόνο. Μήπως δεν εισπράττουν εμβάσματα από τους απόντες γονείς τους;

Η οικονομική ευμάρεια αυξάνει τις απαιτήσεις που έχουμε από τη ζωή. H αφθονία των εμπειριών, των δραστηριοτήτων και των ηδονών που απλώνονται μπροστά μας είναι πραγματικά ανεξάντλητη. Πώς να τα χωρέσουμε όλα στη σύντομη διάρκεια του βίου μας, όταν μάλιστα οι εργασιακές απαιτήσεις των επαγγελμάτων μας γίνονται ολοένα πιο σκληρές και χρονοβόρες; Οταν πρέπει να στοιβάξουμε την αιωνιότητα μέσα σε μία και μόνη ανθρώπινη ζωή, ζαλιζόμαστε και δεν ξέρουμε από πού ν’ αρχίσουμε. Ποιος μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στη σωματική και πνευματική τελειότητα που του υπόσχονται ως εφικτή, στα μέρη που πρέπει να επισκεφθεί, στις σχέσεις που επιθυμεί να συνάψει, στις διακοπές που ονειρεύεται να απολαύσει, στα αγαθά που προσφέρονται για να τα αποκτήσει, στις εμπειρίες που θέλει ν’ αποθησαυρίσει;

Η ένδεια χρόνου οδηγεί σε νέες μορφές στέρησης σε έναν κόσμο που προσφέρει τα πάντα και όπου το χρήμα γίνεται κι αυτό άλλο ένα προϊόν μιας χρήσεως. Ας σταθούμε λίγο για να εκφράσουμε τη συμπάθειά μας στους στερημένους από χρόνο, που βλέπουν τα λεπτά και τις ώρες να φεύγουν μέσα από τα απλωμένα δάχτυλά τους. Ας αναλογιστούμε το τραγικό κυνήγι του χρόνου που μας εξαντλεί πιο γρήγορα απ’ όσο εξαντλούμε τα μετρητά με τα οποία γεμίζουμε τα χρόνια που διαβαίνουν.

Πόσο πιο εκλεπτυσμένες κι ενδιαφέρουσες είναι αυτές οι δυστυχίες από εκείνες των φτωχών σε χρήμα, που πασχίζουν να επιβιώσουν οργώνοντας την εξαντλημένη γη του Μπανγκλαντές, περπατώντας χιλιόμετρα για να βρουν νερό κάτω από τον καυτό ήλιο της Αφρικής, αναζητώντας μάταια τρόπους να θρέψουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους μέσα στις σκληρές αγορές της παγκοσμιοποίησης. Μπορούμε, τουλάχιστον, να τους ανακουφίσουμε λιγάκι από την ακραία τους ένδεια, κουβαλώντας τους στην άλλη άκρη της γης για να υπηρετήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Τα δικά μας προβλήματα είναι διαφορετικής τάξεως και μεγέθους, καθώς διανύουμε τρέχοντας τον δρόμο της ζωής μας, με τον χρόνο να μας κυνηγάει, αμείλικτος σαν Ερινύα.

(1) O Τζέρεμι Σίμπρουκ είναι συγγραφέας και το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο «A World Growing Old» («Ενας κόσμος που γερνάει», εκδ. Pluto Press).