ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου…

H ανακαίνιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (EAM) αποτελεί έργο μείζονος πολιτισμικής και πολιτικής σημασίας. Το μεγάλο κεντρικό μας μουσείο είναι (πρέπει να είναι), από κάθε άποψη, το πρότυπο για όλα τα μουσεία μας. Θα πρέπει κυρίως να δώσει στις εκθέσεις του (και να προσφέρει στο κοινό του) μια νέα εικόνα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, σύμφωνη με τις τελευταίες επιστημονικές επιτεύξεις όχι μόνο της αρχαιολογικής αλλά και της ιστορικής και μουσειολογικής επιστήμης. Και, με αυτήν, να υποβάλει ένα σημαντικό πολιτισμικό και ένα επίκαιρο πολιτικό (ναι, πολιτικό!) μήνυμα.

Αυτά τα «ζητούμενα» ισχύουν για κάθε σημαντικό και πολύ περισσότερο για το κεντρικό μας μουσείο. Αποτελούν conditio sine qua non. Αρκεί μια επίσκεψη σε ανάλογα ξένα ιδρύματα για να διαπιστωθεί πόσο μελετημένα υποβάλλουν (=διαλαλούν) το εθνικό τους μήνυμα: Το Prado μαρτυρεί ότι η Ισπανία ήταν μια αυτοκρατορία (μήνυμα πολιτικό) και κέντρο της ευρωπαϊκής τέχνης επί αιώνες (πολιτισμικό). Το Βρετανικό Μουσείο ότι η χώρα του ήταν παγκόσμια δύναμη (πολιτικό) και κιβωτός της παγκόσμιας τέχνης (πολιτισμικό), άσχετα από τους (σήμερα έντονα αμφισβητούμενους) τρόπους συγκέντρωσης των έργων της στις αίθουσές του. Ανάλογα περίπου η εικόνα και το μήνυμα του Λούβρου.

Τι είδους επανέκθεση;

Υπό το πρίσμα αυτό είναι εύλογη η κρίσιμη ερώτηση:

Ποια ήταν η ανανεωμένη εικόνα του πολιτισμού μας που το EAM σχεδίασε και επιδίωξε να προβάλει; Γιατί από τον καιρό του αείμνηστου Καρούζου ώς τις μέρες μας γενεές Ελλήνων και ξένων αρχαιολόγων και ιστορικών την ξαναδούλεψαν, αναμόρφωσαν και πλούτισαν. H κριτική αφομοίωση των επιτεύξεών τους και η μουσειολογική μεταγραφή τους αποτελεί έργο δυσχερέστατο, τιτάνιο. «Ου παντός πλειν ες Κόρινθον».

Αλλά και ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο, ερώτημα θα πρέπει επίσης να τεθεί. Ποιο ήταν το επίκαιρο πολιτικό μήνυμα που το EAM επιδίωξε να εκπέμψει σε μια εποχή κάθετης υποβάθμισης των κλασικών σπουδών, υποτίμησης του αρχαιοελληνικού κεφαλαίου για τον πολυσυζητούμενο ευρωπαϊκό πολιτισμό και αναδιανομής της τουριστικής αξιοποίησής του από περισσότερες μεσογειακές χώρες;

Το επιτελείο του EAM βγήκε στα σταυροδρόμια του κόσμου; Συνέλαβε τα βασικά πολιτικά και πολιτισμικά αιτήματα των καιρών μας για να καταθέσει τον δικό του λόγο, να δώσει τη δική του μάχη; Οι καιροί «ου μενετοί» και οι ελεφάντινοι πύργοι έχουν, χρόνια τώρα, βρικολακιάσει…

Από το αφετηριακό αυτό σκεπτικό, προκύπτουν δύο ακόμη ερωτήματα: Με ποιους τρόπους οι οργανωτές της (επαν)έκθεσης του EAM μεθόδευσαν τη διπλή μετάβαση του επισκέπτη από την καθημερινότητα στον ιστορικό χρόνο και από τον πραγματικό, τον βιούμενο, στον μουσειακό, τον ιστορικό χώρο; Και ποιες νέες έννοιες-κλειδιά και ποιες άξιες λόγου συγκινήσεις σχεδίασαν ότι πρέπει να υποβάλουν στον ενδιαφερόμενο επισκέπτη; Με απλά λόγια: Πώς και πόσο η έκθεση θα του χαρίσει κάποιες ξεχωριστές στιγμές, θα τον κάνει πλουσιότερο (ανάλογα, πάντα, με την ωριμότητα και τα ενδιαφέροντά του, τον χρόνο που διέθεσε και την ψυχική του διάθεση);

Αμηχανία

Στον μνημειακό πρώτο χώρο του EAM ο επισκέπτης αναζητεί, όπως σε κάθε μουσείο, μια στοιχειώδη πρώτη ενημέρωση: μια κάτοψη του κτιρίου με τις βασικές ενδείξεις για την εκθετική ενότητα που στεγάζει η κάθε αίθουσα (για να επιλέξει και να προσανατολισθεί), έναν τουλάχιστον χάρτη (δεν είναι όλοι οι επισκέπτες Ελληνες ούτε γνώστες του αρχαίου κόσμου), έναν χρονολογικό πίνακα με τις διαδοχικές πολιτισμικές φάσεις, ένα σύντομο ιστορικό του μουσείου, έναν πίνακα με τους συντελεστές της έκθεσης και τις ενδείξεις για το πωλητήριο, το αναψυκτήριο και τα WC. Δεν υπάρχει τίποτα από αυτά. O επισκέπτης παραμένει αμήχανος. Αλλά, και αφού περάσει τη μεγάλη είσοδο, καλείται πάλι να ανακαλύψει το σκεπτικό της διάταξης των εκθετικών ενοτήτων στις αίθουσες, να κατανοήσει βασικές έννοιες (συχνά εντελώς νέες γι’ αυτόν) και να μαντέψει τις αρχές που διέπουν την παρουσίαση 8.500(!) έργων.

Η αμηχανία επαυξάνεται όταν ο επισκέπτης αρχίζει την ανάγνωση των κειμένων και των υπότιτλων (λεζαντών). Κυριαρχεί το αρχαιολογικό ιδίωμα, δυσνόητο έως ακατανόητο για τον κοινό θνητό, και η στεγνή αρχαιολογική πληροφορία, άχρηστη για τη μέθεξη του επισκέπτη στη σημασία των έργων. Φόρτος τοπωνυμίων, χωρίς αναφορά σε κάποιον χάρτη, φόρτος τεχνικών όρων, χωρίς ερμηνευτικά σχέδια, φόρτος αριστουργημάτων που αλληλοεξουδετερώνονται και, τελικά, εξουθενώνουν τον καλοπροαίρετο επισκέπτη.

Μεταξύ αρχαιολόγων…

Ενας κλειστός διάλογος μεταξύ αρχαιολόγων σε προβληματικά, συχνά, ελληνικά: σποραδικά τυπογραφικά λάθη (συγγνωστά), αρκετές ασυνταξίες και ακυριολεξίες (ασυγχώρητες). Σχεδόν πλήρης η απουσία του τεκμηριωτικού υλικού που ερμηνεύει το έκθεμα, «σκηνογραφεί» τους χώρους, αναβιώνει τη ζωή. Λείπουν σχέδια, διαγράμματα, αναπαραστάσεις, χάρτες, τοπία, αεροφωτογραφίες, χαρακτηριστικά χωρία από τις αρχαίες πηγές. Λείπουν από τα κείμενα το χρώμα, η γραφιστική ευρηματικότητα και από τον χώρο η σηματοδότηση, που διευκολύνουν, μειώνουν τον χρόνο της αναζήτησης, το άγχος. Επικρατεί, αποπνικτική, μια δήθεν λιτότητα, μια στέγνα που υποδηλώνει απουσία βίωσης του παρουσιαζόμενου πολιτισμού, άγνοια, αδιαφορία (ή περιφρόνηση;) για όσα κεφαλαιώδη πέτυχε τα τελευταία χρόνια η επιστήμη της μουσειολογίας.

Χαρακτηριστικές της αντίληψης που επικράτησε, οι λεζάντες. Αρίθμηση των λεζαντών (όχι όμως αντίστοιχα και των έργων μέσα στις προθήκες!) με βάση τον αριθμό εισαγωγής των έργων στο μουσείο: παγκόσμια πρωτοτυπία που καθιστά προβληματικό τον συσχετισμό έργου και λεζάντας. H ίδια αρχαιολογική στέγνα διέπει και το περιεχόμενό τους. Τι ενδιαφέρει λ.χ. τον επισκέπτη ότι ένα έργο «βρέθηκε στο δάπεδο του θαλάμου 3 του «διπλού» μεγάρου του Σέσκλου», «προέρχεται από σύληση», «βρέθηκε έξω από τον περίβολο»;

Οι ενότητες της έκθεσης υπαγορεύονται από τα κεφάλαια των αρχαιολογικών εγχειριδίων, υποενότητές τους οι τόποι (Ασκηταριό, Ραφήνα, Αγ. Κοσμάς, Ορχομενός κ.ά) ή οι χώροι των ανασκαφών: ταφικοί κύκλοι, ταφικά σύνολα, τάφοι. H ζωή εν τάφω… Βαριά η σκιά των τάφων πάνω στη ζωή (των παλαιών) και του επισκέπτη. Πλήρης η απουσία των θεματικών προσεγγίσεων, των κεφαλαίων που στοιχειοθετούν τη ζωή: πόλεμος, ένδυση, θάλασσα, χλωρίδα, πανίδα, γραφή και σφράγιση, ανθρώπινη μορφή. Πόσα θα μπορούσαν να λεχθούν λ.χ. για τις υπέροχες γυναικείες μορφές των τοιχογραφιών: την ομορφιά, την κόμμωση, την ένδυση, τα κοσμήματά τους!

Για ποιο κοινό;

Η μουσειολογία, μια λέξη για αρκετούς αρχαιολόγους ενοχλητική, ας πούμε η μουσειακή πρακτική, έχει εγκαταστήσει από πολύ καιρό στο κέντρο της μουσειακής στρατηγικής, ως άρχοντα και τελικό αποδέκτη, το KOINO, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην οργάνωση των μουσείων γενικά: μουσειολόγους, μουσειοπαιδαγωγούς, γραφίστες, ριζική αλλαγή νοοτροπιών και πρακτικών. Αρκετά δημοσιεύματα(1) και ορισμένες εκθέσεις(2) έχουν εισαγάγει το νέο (για μας) πνεύμα, έχουν σπάσει το φράγμα της καθυστέρησης. Φαίνεται όμως ότι το EAM (και, δυστυχώς, όχι μόνο αυτό) «έχεται των παραδόσεων» (του 19ου αιώνα!) με σθένος. Παρατάσσει, δεν συνθέτει, τον πλούτο των αριστουργημάτων του και θεωρεί το έργο του περαιωμένο και (φοβάμαι ότι το πιστεύει) επιτυχές. Δεν είναι.

Οποιος κατέχει θέση στρατηγική (και το EAM έχει την κατ’ εξοχήν κεντρική θέση) πρέπει να έχει στρατηγική, σύγχρονη, ώριμη και, γιατί όχι, πρωτοποριακή. Προϋποθέσεις για τη διαμόρφωσή της είναι η αφομοίωση της διεθνούς βιβλιογραφίας και πράξης, ο χρόνος, ο μακρύς χρόνος κύησης (τουλάχιστον πέντε χρόνια για τέτοιου μεγέθους έργα) και ένα επιτελείο από πολλές ειδικότητες αποτελεσματικά ενορχηστρωμένο. Χωρίς στρατηγική, ούτε εικόνα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στοιχειοθετείται ούτε μήνυμα εκπέμπεται. «Και μια έκθεση χωρίς μήνυμα είναι ένας δεινόσαυρος χωρίς σπονδυλική στήλη»(3).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) H μουσειολογία στον 21ο αιώνα, Θεωρία και πράξη Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, Θεσσαλονίκη 1997, Επιμέλεια: M. Σκαλτσά, Εκδοση: Εντευκτήριο, 2001.

Στελ. Παπαδόπουλου, Ανθρωπολογικά-Μουσειολογικά μικρά μελετήματα, Εκδοση: Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003.

(2) Στελ. Παπαδόπουλος, ό.π., σ.σ. 466, 468, 503 (για την οργάνωση του σκευοφυλακίου M. Ξενοφώντος Αγ. Ορους) και σ.σ. 523, 528 για δύο από τις εκθέσεις των «Ωρών του Βυζαντίου». Μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση του τρόπου οργάνωσης της έκθεσης στη Λευκάδα, στην έκδοση Λευκάδα, ιστορική – αρχαιολογική επισκόπηση μέσα από τα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου των K. Ζάχου και Αγγ. Ντούζουγλη. Εκδοση ΥΠΟ, Αθήνα 2003.

(3) S. Girardet – Cl. Merlau – Ponty, Une expo de A a Z, Concevoir et realiser une exposition, Εκδ. Musee eHerbe – OCIM. Παρίσι, 1994, σ. 4.

(1) O Στέλιος Παπαδόπουλος είναι δρ εθνολόγος, μουσειολόγος.