ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αποτυπωματα

Δεν είναι μόνον ο έρωτας το «άστατο πουλί» της Κάρμεν, που πετάει όπου αυτός θέλει, αλλά και η τέχνη. Μερικές φορές φτερουγίζει στις πιο ταπεινές και επικίνδυνες γωνιές, όπως διαπιστώνουμε από την ακόλουθη αφήγηση του Δημήτρη Μεϊμάρογλου ή Μίμαρου, που την παραθέτει ο Μιχάλης Ιερωνυμίδης («Πίσω από τον μπερντέ», εκδ. Αμμος):

«Στην Αλβανία, στο ύψωμα Πουντανόρι απέναντι από την Τρεμπεσίνα που βομβάρδιζαν οι Ιταλοί, ένα βράδυ σχετικής ησυχίας έστειλε ο λοχαγός μου ένα λοχία και μ’ εκάλεσε στ’ αμπρί του. Με ρώτησε αν πραγματικά είμαι καραγκιοζοπαίχτης, όπως έμαθε. Του είπα ναι. Μου είπε πως, επειδή κανείς δεν ξέρει αν θα ξημερωθούμε ζωντανοί, θα ήταν καλά να έπαιζα μια κωμωδία του Καραγκιόζη. Δέχτηκα… Ο λοχαγός διάλεξε τον «Καραγκιόζη Προφήτη». Επαιξα χωρίς φιγούρες, χωρίς σκηνή, καθισμένος σε μια πέτρα. Ψειριασμένος στους ψειριασμένους. Γέμισε το αμπρί με αξιωματικούς. Οι οπλίτες κάθονταν απέξω. Η φωνή μου αντηχούσε στη χαράδρα. Επαιζα σαν σε κανονική παράσταση κι οι θεατές μου είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Το έργο κράτησε 40 λεπτά, οπόταν σηκώθηκε ο λοχαγός, ήρθε κοντά μου, μ’ εχάιδεψε στο κεφάλι και μου ‘πε: Να ζήσεις, παιδί μου, που μας χάρισες μια βραδιά αλησμόνητη».

Πώς να μη ζηλέψει κανείς τον άγνωστο λοχαγό και τους άγνωστους οπλίτες; H τέχνη είναι «τραγούδι ακατάδεχτο», αυτή μας διαλέγει και μας επιτρέπει να αγγίξουμε την άκρη από τα ιμάτιά της, δεν τη διαλέγουμε εμείς. Ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν ξέρουμε αν η τελετή έναρξης των Αγώνων -εκτός από λαμπρή, συγκινητική και καλαίσθητη, όπως ήδη την έχουν χαρακτηρίσει- θα έχει και το άρωμα της τέχνης, όχι μόνο του θεάματος. Κανείς δεν αμφισβητεί το ταλέντο και την ευαισθησία του οργανωτή της, πώς όμως μπορούμε να μιλάμε για τέχνη σε τέτοια θηριώδη κλίμακα;

Το περιτύλιγμα, η συσκευασία, το ντεκόρ μετράει, όπως μετράει και ο χρόνος, η στιγμή. Και μερικές φορές βαραίνει περισσότερο η πλήρης απουσία συσκευασίας. Μια έξοχη παράσταση στην αυλή των τυράννων λειτουργεί τελείως διαφορετικά από την ίδια παράσταση στη χώρα του πουθενά, «απέναντι από την Τρεμπεσίνα», τη στιγμή που στέκεται μετέωρη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, στη λευτεριά και στην υποδούλωση. Γι’ αυτό και η Σεχραζάτ αφηγήθηκε τόσο όμορφα παραμύθια, για να βρίσκεται το άλλο πρωί το κεφάλι της στη θέση του.

Εχει σημασία το πού και πώς ακούμε τα ρεμπέτικα ή τα δημοτικά τραγούδια ή την κλασική μουσική. Εχει σημασία το «πλάι» και το «απέναντι», το πριν και το μετά. Τα Ζέπελιν, οι συστοιχίες Πάτριοτ, τα Φάντομ, οι δεκάδες χιλιάδες ένοπλοι φρουροί, η Αθήνα-αστακός, οι χιλιάδες κάμερες, οι χίλιοι μύριοι μάνατζερ και λογιστές, η βαριά ανάσα της διαφήμισης… όλα αυτά που βρίσκονται πίσω και πάνω από τον μπερντέ, το στέγαστρο του Καλατράβα, ρίχνουν τη σκιά τους στην τελετή, υπονομεύουν (ή, αν προτιμάτε, υπογραμμίζουν και εξασφαλίζουν) την αθωότητά της.

«[ο λοχαγός] μου έδωσε λίγα τσιγάρα και με ρώτησε αν είχα ψωμί. (Ψωμί δεν είχαμε ποτέ.) Διέταξε να μου δώσουν μισή κουραμάνα από τη δική του. Μετά τρεις ώρες άρχισε το ιταλικό πυροβολικό. Είχαμε βαριές απώλειες. Την τρίτη βραδιά μετά την παράσταση ο λοχαγός σκοτώθηκε από όλμο».