ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Κ αι να, μας ανακάλυψαν οι ξένοι, οι συμπολίτες μας της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας, και οι ξινοί Αγγλοσάξονες, κι οι γείτονές μας που δεν μας έβλεπαν, καίτοι μπροστά στα μάτια τους. Κι αφού μας ειρωνεύτηκαν -όχι περισσότερο απ’ όσο εμείς τους εαυτούς μας…-, κι αφού αναπαρήγαγαν αμάσητα όλα τα στερεότυπα του απείθαρχου Ελληνος, του γραφικού ορθόδοξου με τη μουστάκα και τη μαντίλα, του λαδωμένου ταξιτζή, του καμακιού, κι αφού μας φωτογράφισαν έτσι, στερεότυπα και ηλίθια, έφτασε η ώρα να δουν αυτόν τον τόπο κι αυτόν το λαό αλλιώς.

Είδαν πρώτα τα έργα, τα δίκτυα, τα τρένα και τα μετρό, το λούσο των κτιρίων, τα πάμφωτα μνημεία, τα εκλεπτυσμένα ρεστοράν. Χμ… Θυμήθηκαν ότι κάπου εδώ, όπως και να ‘χει, άνθησε πολιτισμός, ενδεχομένως περισσότεροι του ενός κι ίσως ακόμη σήμερα κάτι να τελείται… Οτι μιλιέται μια γλώσσα πανάρχαιη, γεμάτη ερείπια και χυμούς. Τέλος, έστερξαν να δουν και πέρα απ’ τα στερεότυπα.

Και αντίκρισαν μια τριαντάχρονη δημοκρατία, σφύζουσα, πλημμυρισμένη ζωή, αντιφάσεις, προσδοκίες. Είδαν μια χυμώδη γυναίκα τριαντάρα, ανήσυχη κι ερωτική, με δισταγμούς και ορμές. Είδαν ότι ο τόπος ξεχειλίζει νέα παιδιά με τις κοιλίτσες έξω, ευγενικά, χαμογελαστά, cool, καλλιεργημένα? πρόσεξαν, όπως κι εγώ, ότι ο ταξιτζής μου με το σκουλαρίκι, ακούει Μπιορκ και μιλάει στον πληθυντικό? είδαν κομψές δυναμικές Ελληνίδες να σε κοιτάνε στα μάτια όπως ελάχιστες Ευρωπαίες το κάνουν. Είδαν επιτέλους ότι οι Ευρωπαίοι δεν έχουν μόνο ένα πρόσωπο, έχουν πολλά, κι όλα εξίσου ενδιαφέροντα. Είδαν.

Εμείς τι βλέπουμε; Τα ανιαρά κλισέ και η καθυστερημένη «ανακάλυψη» έχουν παράπλευρα οφέλη: μας παρέχεται η δυνατότητα να δούμε εναργέστερα τους εαυτούς μας, να διακρίνουμε την αληθή εικόνα από την στερεότυπη, να συγκρίνουμε την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας με την εικόνα που έχουμε εμείς για τους εαυτούς μας. Ούτε αυτοί βλέπουν σωστά πάντα ούτε εμείς έχουμε δίκιο να φουσκώνουμε αυτάρεσκα.

Περαιτέρω: Η έλευση τόσων ξένων παρέχει ευκαιρία να συνομιλήσουμε μαζί τους, να ακούσουμε, να πούμε. Η νυχτερινή συνομιλία μου με τον 36χρονο Χόλγκερ, πολιτιστικό συντάκτη του γερμανικού δικτύου ΖDF, μού έμαθε μερικά πράγματα: για τη σημερινή Γερμανία μα και για το πώς βλέπουν τη σημερινή Ελλάδα. Εξυπνος, καλλιεργημένος, ευαίσθητος και αρκούντως αυτοείρων, ο Γερμανός συνάδελφος μού άνοιξε μια φωτεινή χαραμάδα στη χώρα του, καθώς τον συμβούλευα τι να δει και πού να πάει. Μιλήσαμε για τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, κοινά θεμέλια των νεοτέρων χρόνων μας? μιλήσαμε για τη σημερινή ανία και την υποχώρηση του κράτους πρόνοιας, για την έλλειψη οράματος στην αχανή ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Πεταρίζαμε ανέμελα από τον Λέσινγκ στον Νοβάλις, κι από τον Σολωμό στον βασιλέα «Οττο»? από το λαμπερό Βερολίνο μετά το τείχος, στην Αθήνα του 2004 με την «ακτινοβόλο αυτοπεποίθησή σας»? από την πικρή Κατοχή στην γερμανική ενοχή κι από ‘κει στην αμοιβαία κατανόηση? πολλά μάς χώριζαν μα περισσότερα μας ένωναν σήμερα. Το σήμερα και το εδώ έστεφαν τη λαίμαργη κουβέντα μας.

Η υγρή ζέστη, το κρύο κρασί, οι καλλιτέχνες που βομβούσαν πλάι μας, έπλεκαν το φόντο μιας σχέσης, μιας αμοιβαίας αναγνώρισης. Ηρθα προ δεκαετίας, σαν τουρίστας, παρατηρούσα? ξανάρθα τώρα σαν επαγγελματίας αφηγητής, αυτό που ξεχωρίζω είναι η αυτοπεποίθηση, μια μόλις κρυμμένη δύναμη… Μου άρεσε που το άκουγα. Τις επόμενες μέρες το ξανάκουσα.

Κάποια στιγμή προς το τέλος είπα του Χόλγκερ ότι το νεοελληνικό κράτος είναι ένα ρομαντικό απόσπασμα. Καταδιασκέδασε. Του υποσχέθηκα να του βρω κάποια γερμανική μετάφραση του Σολωμού. Το πρωί δεν υπήρχε χανγκόβερ? ένιωθα ερωτευμένος με τα Ελληνόπουλα γύρω μου. Ξαναδιάβασα:

«Η ζωή που ανασταίνεται με όλες της τές χάρες, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα? η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της Φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή? θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της» (Δ. Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδ. Α΄).