ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας εξόριστος επιστρέφει στον τόπο του

Συνεκτική και έντονα λυρική αφήγηση μιας επιστροφής στη Ραμάλα της Δυτικής Οχθης, έπειτα από μακρόχρονη απουσία, το βιβλίο αυτό είναι μια από τις καλύτερες υπαρξιακές αναφορές στην παλαιστινιακή εξορία που έχουμε διαβάσει. Την έγραψε ο γνωστός Παλαιστίνιος ποιητής Μουρίντ Μπαργκούτι, ο οποίος γύρισε στην πατρίδα του το καλοκαίρι του 1998 μαζί με τη σύζυγό του, τη Ράντουα Ασούρ, διακεκριμένη Αιγύπτια πανεπιστημιακό και πεζογράφο. Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν σπούδαζαν αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου, τη δεκαετία του ’60, και για μια περίοδο 17 χρόνων κατά τη διάρκεια του γάμου τους έζησαν χωριστά ο ένας από τον άλλον, εκείνος ως αντιπρόσωπος της ΟΑΠ στη Βουδαπέστη, εκείνη και ο γιος τους, Ταμίνο, στο Κάιρο, όπου η Ράντουα Ασούρ είναι καθηγήτρια αγγλικών στο Πανεπιστήμιο του AiShams. Τα πολιτικά αίτια για τον χωρισμό του ζευγαριού αναφέρονται στο βιβλίο «I saw Ramallah», όπως και οι συνθήκες της εξορίας του από τη Δυτική Οχθη και βέβαια η επιστροφή του, 30 χρόνια αργότερα.

Ανεμοστρόβιλος συναισθημάτων

Το βιβλίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό σ’ ολόκληρο τον αραβικό κόσμο όταν κυκλοφόρησε το 1997 και τιμήθηκε με το λογοτεχνικό βραβείο Ναγκίμπ Μαχφούζ.

Εχοντας κάνει και ο ίδιος ένα αντίστοιχο ταξίδι στην Ιερουσαλήμ (ύστερα από απουσία 45 χρόνων) γνωρίζω πολύ καλά αυτά τα ανάμικτα συναισθήματα -χαράς, βεβαίως, μετάνοιας, λύπης, έκπληξης, θυμού- που συνοδεύουν μια τέτοια επιστροφή.

Η ιδιαίτερη αρετή του βιβλίου του Μπαργκούτι είναι ότι εξιστορεί συνεκτικά και με διαύγεια τον ανεμοστρόβιλο αισθήσεων και σκέψεων που διαφορετικά θα κατέκλυζαν τον αναγνώστη. H Παλαιστίνη, σε τελική ανάλυση, δεν είναι ένα συνηθισμένο μέρος. Εχει διαποτιστεί απ’ όλες τις ιστορίες και τις παραδόσεις του μονοθεϊσμού, έχει δει κατακτητές και πολιτισμούς κάθε λογής να έρχονται και να φεύγουν. Κατά τον 20ό αιώνα έγινε το θέατρο ενός αδιάκοπου αγώνα μεταξύ των αυτόχθονων Αράβων κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους το 1948 έχασαν τη γη τους και διασκορπίστηκαν, και των σιωνιστών Εβραίων, ως επί το πλείστον ευρωπαϊκής προέλευσης, που εγκαθίδρυσαν εκεί ένα εβραϊκό κράτος και το 1967 κατέλαβαν τη Γάζα και τη Δυτική Οχθη, τις οποίες ακόμη κατέχουν.

Ετσι κάθε Παλαιστίνιος βρίσκεται σήμερα στην ασυνήθιστη θέση να γνωρίζει πως υπήρχε κάποτε μια Παλαιστίνη και να βλέπει το ίδιο μέρος με καινούργιο όνομα, πληθυσμό και ταυτότητα που αρνείται τελείως την Παλαιστίνη. Μια «επιστροφή» στην Παλαιστίνη είναι λοιπόν ένα ασυνήθιστο, έντονα φορτισμένο γεγονός.

Η αφήγηση του Μπαργκούτι κατά μια έννοια έγινε εφικτή χάρη στην αποκαλούμενη «ειρηνευτική διαδικασία» ανάμεσα στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης του Γιασέρ Αραφάτ και το καθεστώς του Ισραήλ. Ξεκινώντας τον Σεπτέμβριο του 1993, αυτός ο σχεδιασμένος από τις ΗΠΑ διακανονισμός δεν εξασφάλιζε ούτε πραγματική κυριαρχία των Παλαιστινίων στη Γάζα και στη Δυτική Οχθη ούτε συνέβαλε στην ειρήνη και τη συμφιλίωση μεταξύ των Εβραίων και των Αράβων. Επέτρεψε, όμως, την επιστροφή κάποιων Παλαιστινίων στον τόπο τους, ανάμεσά τους και του Μουρίντ Μπαργκούτι. Το βιβλίο του ξεκινά με το πέρασμα των συνόρων.

Αρχοντες είναι οι άλλοι….

Οπως γρήγορα ανακαλύπτει, το παράδοξο είναι ότι αν και υπάρχουν Παλαιστίνιοι αστυφύλακες στη γέφυρα του ποταμού Ιορδάνη, που χωρίζει την Ιορδανία από την Παλαιστίνη, ο ισραηλινός στρατός είναι ακόμα υπεύθυνος. Οπως σημειώνει λακωνικά, «οι άλλοι είναι ακόμα οι άρχοντες του τόπου». Και παρόλο που ο ίδιος, επειδή κατάγεται από τη Δυτική Οχθη, μπορεί να επισκεφθεί τον τόπο του, αφηγείται πειστικά πως η μεγάλη πλειονότητα των Παλαιστινίων (περίπου 3,5 εκατομμύρια) είναι πρόσφυγες από τα εδάφη που κατακτήθηκαν το 1948, και επομένως δεν μπορούν να επιστρέψουν κάτω από τις σημερινές συνθήκες.

Η πολιτική, βέβαια, έχει σημαντική θέση στο βιβλίο του Μπαργκούτι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι αφαιρετική ούτε καθοδηγείται από την ιδεολογία: ό,τι ανακύπτει σε σχέση με την πολιτική βγαίνει από τις βιωμένες συνθήκες της ζωής των Παλαιστινίων, που η καθημερινότητά τους είναι ασφυκτικά περικυκλωμένη από περιορισμούς σχετικά με τις μετακινήσεις και τη διαμονή. H ελευθερία σ’ αυτά τα δύο πεδία είναι δεδομένη για τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο που είναι πολίτες ενός κράτους, έχουν διαβατήριο και μπορούν να ταξιδέψουν ελεύθερα χωρίς να σκέφτονται συνεχώς ποιοι είναι. Δεν είναι όμως καθόλου δεδομένη για τους «απάτριδες» Παλαιστίνιους, πολλοί από τους οποίους έχουν διαβατήριο, αλλά παρ’ όλα αυτά, όπως εκατομμύρια πρόσφυγες του αραβικού κόσμου στην Ευρώπη, στην Αυστραλία, στη Νότια και Βόρεια Αμερική, φέρουν ακόμη το βάρος του ότι είναι εκτοπισμένοι και επομένως βρίσκονται εκεί όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκονται.

Στην αφήγηση του Μπαργκούτι επανέρχεται συνεχώς το αγωνιώδες πρόβλημα πού μπορεί να μείνει και πού δεν μπορεί, πού μπορεί να πάει και πού δεν μπορεί, για πόσο καιρό και κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να μείνει και κυρίως τι συμβαίνει όταν δεν μπορεί να πάει εκεί που θέλει. O αδελφός του, ο Μουντίφ, πέθανε με άδικο και σκληρό τρόπο στη Γαλλία γιατί κανείς δεν μπόρεσε (ή δεν θέλησε) να πάει κοντά του και να τον βοηθήσει.

Πένθος και χαρά

Προσωπικότητες με μεγάλη πολιτιστική συμβολή, όπως ο δολοφονημένος πεζογράφος Γκασάν Καναφάνι και ο καρτουνίστας Ναζί Αλ Αλί, στοιχειώνουν επίσης το βιβλίο, θυμίζοντας πως άσχετα με το πόσο ταλαντούχοι και καλλιτεχνικά προικισμένοι είναι οι Παλαιστίνιοι, εξακολουθούν να είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο ενός ξαφνικού θανάτου ή μιας ανεξήγητης εξαφάνισης. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν διάσπαρτοι στο βιβλίο τόνοι μελαγχολίας και πένθους που αναμιγνύονται με τη χαρά και τον εορταστικό ενθουσιασμό της επιστροφής.

Αυτό, όμως, που δίνει στο βιβλίο μια αδιαμφισβήτητη σφραγίδα βαθιάς αυθεντικότητας είναι η κατάφαση της ζωής που αποπνέει η ποιητική του δομή. Το γράψιμο του Μπαργκούτι είναι εκπληκτικά απελευθερωμένο από πικρία και επίκριση? δεν κατακρίνει ούτε επιτίθεται στους Ισραηλινούς για τα όσα έκαναν ούτε και επιπλήττει την ηγεσία των Παλαιστινίων για την περίεργη συμφωνία που υπέγραψε. Είναι βέβαια απόλυτα σωστός όταν σημειώνει αρκετές φορές πως οι ισραηλινοί οικισμοί στιγματίζουν (και συνήθως καταστρέφουν) τις απαλές καμπύλες του παλαιστινιακού τοπίου, αλλά αυτό είναι το μόνο που κάνει, πέρα από το να επισημαίνει μια άβολη και δύσκολη στον χειρισμό της πραγματικότητα για τους υποτιθέμενους ειρηνοποιούς, εφόσον μέρη σαν τη Ραμάλα είναι τόσο ακατανίκητα και αμετάβλητα Παλαιστινιακά.

Ανθρωπιά και οξύτητα

Η ειρωνεία είναι μεγάλη όταν αποκαλύπτει την ετυμολογία του οικογενειακού του ονόματος. (Αν και δεν έχω σίγουρες πληροφορίες γι’ αυτό, νομίζω πως οι Μπαργκούτι είναι η μεγαλύτερη οικογένεια της Παλαιστίνης, με αριθμό μελών που μπορεί να φτάνουν τις 25.000.) Το επίθετό του φαίνεται πως προέρχεται από τη λέξη «ψύλλος» στα αραβικά και αυτή η ταπεινή λεπτομέρια περιέργως δίνει στην αφήγηση ακόμη μεγαλύτερη ανθρωπιά και οξύτητα.

Η αίσθηση της απώλειας μέσα στην επιστροφή και στην επανασύνδεση είναι το κύριο στοιχείο του βιβλίου. «H Κατοχή», λέει ο Μπαργκούτι, «έχει δημιουργήσει γενιές ολόκληρες που να πρέπει να λατρεύουμε μιαν άγνωστη αγαπημένη: απόμακρη, δύσκολη, περικυκλωμένη από φρουρούς, από τείχη, από πυρηνικούς πυραύλους, από απόλυτο τρόμο». Γι’ αυτό στα ποιήματά του και σ’ αυτήν την πεζογραφική συνοδεία της επιστροφής του προσπαθεί να γκρεμίσει τα τείχη, να ξεγλιστρήσει από τους φύλακες, να κερδίσει πρόσβαση στη δική του Παλαιστίνη, που τη βρίσκει στη Ραμάλα.

Για πάντα ξεριζωμένος

Η Ραμάλα, άλλοτε ένα ήσυχο καταπράσινο προάστιο της Ιερουσαλήμ, έχει τα τελευταία χρόνια μετατραπεί στο κέντρο της αστικής ζωής της Παλαιστίνης. Εχει σχετική αυτονομία, αρκετά έντονη πολιτιστική δραστηριότητα και έναν συνεχώς αυξανόμενο πληθυσμό. Μέσα σ’ αυτή την αναζωογονημένη Ραμάλα, που μόλις έχει ανακαλύψει, ο εξόριστος και διωγμένος συγγραφέας βρίσκει και πάλι τον εαυτό του -για να τον ξαναχάσει και να τον ξαναβρει στις νέες μορφές της μετατόπισης. «Είναι αρκετό για έναν άνθρωπο να υποστεί την πρώτη εμπειρία του ξεριζωμού για να γίνει για πάντα ξεριζωμένος». Ετσι, παρ’ όλη τη χαρά και τις στιγμές του ενθουσιασμού, αυτή η αφηγηματική επιστροφή επανακαθορίζει την εξορία παρά τον επαναπατρισμό. Αυτό είναι που της δίνει την τραγική της διάσταση και τη γοητευτική της αβεβαιότητα. H παλαιστινιακή εμπειρία εξανθρωπίζεται και της δίνεται ουσία με έναν νέο τρόπο.

(1) Λίγο πριν από τον θάνατό του, την περασμένη χρονιά, ο Εντουαρντ Σαΐντ έγραψε αυτόν τον πολύ προσωπικό πρόλογο για το βιογραφικό βιβλίο «I Saw Ramalah» του Παλαιστίνιου ποιητή Μουρίντ Μπαργκούτι, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα στη Βρετανία, από τον εκδοτικό οίκο Bloomsbury.