ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι κάμερες εστιάζουν στην Αθήνα

Οι προβολείς στραμμένοι στην Αθήνα. Εκατοντάδες κάμερες αποτυπώνουν και αναμεταδίδουν σε κάθε γωνιά της γης τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ολυμπιακή πόλη, τα αρχαία μνημεία και τα νέα αρχιτεκτονήματα, τους δρόμους, τις πλατείες, τους κατοίκους, την ατμόσφαιρά της. Αυτοσχέδιοι σκηνοθέτες με τις τουριστικές ψηφιακές μηχανές ανά χείρας ή επαγγελματίες, απεσταλμένοι διεθνών τηλεοπτικών δικτύων, σε διατεταγμένη υπηρεσία. Και οι Ελληνες δημιουργοί; Ποια εικόνα της πρωτεύουσας καταγράφουν ή θα ήθελαν να καταγράψουν οι Ελληνες σκηνοθέτες; Πόσοι από όσους γυρίζουν ταινία αυτό το διάστημα ή ολοκλήρωσαν πρόσφατα τα γυρίσματά τους «βλέπουν» μέσα από τον φακό τους μια διαφορετική πόλη;

Είναι μια «βαλκανική, πολυπολιτισμική, μεγαλούπολη», όπως την αντιλαμβάνεται ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης; Ή μια πόλη φουτουριστικό σκηνικό ή καρτ ποστάλ, όπως τη βιώνει ο Πάνος Κούτρας; O Δημήτρης Αθανίτης, πάλι, ο οποίος αυτές τις ημέρες γυρίζει τη νέα του ταινία, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, προσπαθεί να ανακατασκευάσει μια Αθήνα, «όχι ψεύτικη, αλλά απαλλαγμένη από την προκατάληψη, την κεκτημένη ταχύτητα ή τη συνήθεια». Οσο για τον Αντώνη Κόκκινο, που πρόσφατα ολοκλήρωσε τη δική του άποψη για την πόλη, «είδε» μέσα από τον ήρωά του, προπονητή ενός μαραθωνοδρόμου, μια Αθήνα «να τρέχει μαζί με τους κατοίκους της».

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, που ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο Φεστιβάλ της Βενετίας ως επίσημη ελληνική συμμετοχή με το «Delivery», πρόλαβε να καταγράψει στο παρά πέντε, πριν ξεκινήσει ο ολυμπιακός ευπρεπισμός, την «εξόριστη πραγματικότητα της μεγαλούπολης», να περιπλανηθεί στην περιθωριακή Αθήνα, με τη δική του οπτική, απόλυτα «μυθοπλαστική» και διόλου «ντοκιμαντερίστικη». Σήμερα, όμως, αρκετούς μήνες μετά τα γυρίσματα, επιστρέφοντας στα ίδια μέρη αναρωτιέται: Μα, πού πήγαν όλοι αυτοί οι άστεγοι;

Εικόνες σκόρπιες, διαφορετικές, αντιφατικές, άλλες σε διάλογο μεταξύ τους, κάποιες αποκομμένες σε μοναχικό μονόλογο, εικόνες πραγματικές, όσο «πραγματική» μπορεί να είναι η κινηματογραφική καταγραφή, αποθησαυρίζουν γωνιές και όψεις της Αθήνας του 2004, τόσο οικείας και ταυτόχρονα τόσο αλλιώτικης. Ισως και αλλόκοτης.

Δημήτρης Αθανίτης

Wonderland

«Καλώς ήρθατε στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Ολα μπορούν να συμβούν εδώ! Καλώς ήλθατε στην πόλη των θαυμάτων!». H ρεπόρτερ στην ταινία του Δημήτρη Αθανίτη υποδέχεται και παρουσιάζει τα πρόσωπα των Αγώνων, που συρρέουν από κάθε μεριά της γης στην ελληνική πρωτεύουσα. Ενα ζευγάρι Γιαπωνέζων που έρχεται να παντρευτεί στην πόλη των Ολυμπιακών, μια Αμερικανίδα φοιτήτρια συναντάει και ερωτεύεται έναν Γάλλο φωτογράφο, ένας Ελληνας αθλητής αντιμέτωπος με τα διλήμματά του… Δίπλα στον μεγάλο αγώνα, υπάρχουν οι μικροί προσωπικοί αγώνες. «Προσπαθώ να ξαναδώ την πόλη μέσα από τους ήρωες της ταινίας και να αναδημιουργήσω μια εικόνα της Αθήνας», λέει ο σκηνοθέτης, προετοιμάζοντας το γύρισμα εκείνης της ημέρας, στο λιμάνι του Πειραιά. «Είναι εντυπωσιακό πόσο μικρή επαφή έχουμε με τη θάλασσα ενώ είναι δίπλα μας. Και αυτό γιατί η πόλη δεν έχει έξοδο στη θάλασσα».

Στην πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του, την «Πόλη των θαυμάτων», ο Δημ. Αθανίτης αξιοποιεί περισσότερο από τις προηγούμενες την ιδιότητα του αρχιτέκτονα. «Είχα συμμετάσχει σε έναν αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τον Κεραμεικό. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, οι χώροι γύρω από την Ακρόπολη και το Μεταξουργείο.

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο έλλειμμα της πόλης μας είναι ότι έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα οι ιδιωτικοί και όχι οι δημόσιοι χώροι. Λείπουν οι μεγάλοι, κοινοί χώροι αναφοράς. Οι μεγάλες πλατείες, οι μεγάλοι δρόμοι. Θέλω να βάλω σε πρώτο πλάνο τις μεγάλες πλατείες. Να ξαναδώ ό,τι έχει καταγραφεί ως φολκλόρ ενώ δεν είναι. Νομίζω ότι το αίσθημα που αναδίνει η Αθήνα είναι μοναδικό παγκοσμίως. Συνδυάζει τον δυναμισμό της μεγαλούπολης με τη χαλαρότητα».

Αντώνης Κόκκινος

Ολο και πιο γρήγορα…

Ο Αντώνης Κόκκινος διέσχιζε επί μήνες την πόλη… τρέχοντας. O ήρωάς του αρχίζει τη μαραθώνια προπόνησή του έξι μήνες πριν από την Ολυμπιάδα και τερματίζει στο τέλος των Αγώνων, σε ένα διαρκές τζόκινγκ από το Ολυμπιακό Στάδιο ώς τη Γλυφάδα. Τρέχει, και η πόλη γύρω του αλλάζει. Τι «είδε» ο σκηνοθέτης στον δικό του «Μαραθώνιο»; «Ενώ τα τελευταία χρόνια όλος ο κόσμος έτρεχε με κάθε μέσο για να ξεφύγει από κάτι που και ο ίδιος δεν γνώριζε, λίγο πριν από την Ολυμπιάδα έτρεχε και η πόλη μαζί του για να προλάβει… Νομίζω ότι ακόμη βρισκόμαστε εν τω γίγνεσθαι, στην προσπάθεια της πόλης να αλλάξει. Τα αποτελέσματα θα τα δούμε συν τω χρόνω. Στη διάρκεια των γυρισμάτων συνάντησα μια πόλη σε κατασκευαστικό οργασμό με τη συμμετοχή ενός πολυπολιτισμικού σμήνους εργατών. Μίλησα με Πολωνούς, Ρουμάνους, Πακιστανούς, Ρώσους, Γιουγκοσλάβους και έζησα σε μια γοητευτική βαβέλ και όχι σε μια απομονωμένη πρωτεύουσα. Βέβαια, παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι η Αθήνα είναι μια πόλη που η ιστορία της γράφεται από ιστορίες μοναχικών ανθρώπων. Μπορεί να έχει 5 εκατ., περίπου, πληθυσμό, παραμένει όμως μια πόλη μοναχικών ανθρώπων. Ετσι και ο πρωταγωνιστής μου. «Τρέχει» ανάμεσα στην προσωπική και στην επαγγελματική ζωή του παραμένοντας, επί της ουσίας, μόνος».

Κωνσταντίνος Γιάνναρης

Ξενόφιλη ή ξενόφοβη;

Από τους πρώτους σκηνοθέτες που αφουγκράστηκαν τη νυχτερινή Αθήνα των δυτικών προαστίων, των μεταναστών που αναζητούν διέξοδο στο όνειρο ή στον εφιάλτη. H Αθήνα του Κωνσταντίνου Γιάνναρη είτε «Από την άκρη της πόλης», είτε έρημη, μεταφυσική, στον «Δεκαπενταύγουστο», είναι αυθεντική, αληθινή, βίαιαη, σπαρακτική. Στην τελευταία του ταινία, τον «Ομηρο», μπορεί να μην εστιάζει στον ίδιο βαθμό στην πόλη, μιας και το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων είναι στο εσωτερικό ενός λεωφορείου (σ.σ. αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό του 1999 όπου ένας Αλβανός μετανάστης κατέλαβε ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ κρατώνας επτά επιβάτες ομήρους), εντούτοις ο σκηνοθέτης δεν έχει απομακρυνθεί από την Αθήνα. Την ζει, τον προβληματίζει: «H ατμόσφαιρα έχει αλλάξει στην Αθήνα και εγώ είμαι γεμάτος από αντιφατικά συναισθήματα. Οι Αθηναίοι έπειτα από μισό αιώνα προσπαθούν να αναπτύξουν αστική συνείδηση ως πολίτες μιας βαλκανικής μεγαλούπολης, μιας πολυπολιτισμικής πόλης, που έχει αποκαταστήσει την περηφάνεια της. Υποδομές, συγκοινωνίες, που αποσπούν τον Αθηναίο από τον μικροαστισμό του και την ατομικιστική του αντίληψή. Εγκαταλείπει τη λογική του «εγώ και το αυτοκίνητο μου» και δοκιμάζει τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αυτό το βρίσκω καταπληκτικό. Από την άλλη, όμως, δεν αισθάνεσαι πια μόνος στο σπίτι. Βρίσκεσαι κάτω από μια διαρκή παρακολούθηση…

»Ενας καινούργιος ελληνικός εθνικισμός αναβιώνει σήμερα, χωρίς τις αναστολές και τα συμπλέγματα του ’70. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι: Είμαι υπερήφανος Ελληνας και ξενόφιλος ή είμαι υπερήφανος Ελληνας και ξενόφοβος; Οι αντιδράσεις της νέας γενιάς είναι θετικές και αισιόδοξες. Μπορούμε να έχουμε περηφάνεια. Σαν συναίσθημα δεν είναι αντιδραστικό. Στεκόμαστε πλέον απέναντι στον βορειο – δυτικοευρωπαίο ως ίσοι προς ίσους. Υπάρχει και το αίσθημα μιας ανερχόμενης αυτοπεποίθησης. Σε αυτό, έχουν συμβάλλει πολύ τα έργα. Οπως αυτό το αριστουργηματικό αρχιτεκτονικό δείγμα του Καλατράβα, που αποτελεί και μέτρο για το μέλλον. Αφετηρία για ριζοσπαστικές και καινοτόμες παρεμβάσεις. Μπορούμε να χτίσουμε σύγχρονους Παρθενώνες. Προσωπικά, αυτό που με γοητεύει περισσότερο στην ολυμπιακή Αθήνα είναι οι σταθμοί του Μετρό. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα και εντυπωσιακότερα έργα. Θα με ενδιέφερε να καταγράψω με την κάμερα μια νυχτερινή διαδρομή με το Μετρό ή με τον Ηλεκτρικό».

Πάνος Κούτρας

Work iprogress

«Για να σας πω την αλήθεια, δεν βλέπω καμμία μεγάλη διαφορά. H ζωή στην πόλη είναι η ίδια». O Πάνος Κούτρας μάς αιφνιδιάζει. Οπως και οι ταινίες του. Από τη φουτουριστική «Επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά», όπου παρακολουθήσαμε μια Αθήνα να διατρέχει μεγάλο κίνδυνο από μια τεράστια κυλιόμενη μερίδα του εθνικού της «πιάτου», στην «Αληθινή ζωή», που ολοκλήρωσε πρόσφατα, θα δούμε μια «Αθήνα σαν καρτ ποστάλ». «Χρησιμοποιώ την πόλη σαν φόντο», διευκρινίζει, «αλλά να σας πω την αλήθεια, αυτή την αίσθηση έχω με την Αθήνα: ότι είναι μια πόλη φαντασιακή. Την άφησα για να ζήσω στη Γαλλία και την ξαναβρήκα να εκλύει την ίδια φαντασιακή δύναμη. Ισως να οφείλεται στις έντονες αντιθέσεις της, στο γεγονός οτι δεν υπάρχουν σταθερές. Από τη μία, μια πόλη αρχαία, ποιητική και από την άλλη ένα τοπίο απόλυτα σύγχρονο. Λογική συνέχεια και συνοχή δεν υπάρχει. Τόσο, ώστε η Ακρόπολη να φαντάζει στα όρια του απίστευτου. Να μοιάζει με ντεκόρ. Είναι μια πόλη που διαρκώς αλλάζει. Δεν υπάρχει αίσθηση νομιμότητας, μονιμότητας και ιερότητας. Και αυτό μού αρέσει πολύ. Κτίρια φεύγουν και έρχονται άλλα στη θέση τους. H Αθήνα είναι σαν «work iprogress», δημιουργεί ένα αίσθημα προσωρινότητας. Είναι διαφορετική και άναρχη. Οπως και το πνεύμα των ανθρώπων που την κατοικούν».

Η πορτοκαλί γραμμή

Πριν από λίγες ημέρες ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σε συνέντευξή του στην «K» (θα δημοσιευτεί προσεχώς), απάντησε, μεταξύ άλλων, και στο ερώτημα: «Εάν επιλέγατε να κάνετε ένα γύρισμα αυτές τις ημέρες, ποιο σημείο της πόλης θα θεωρούσατε πιο αντιπροσωπευτικό;».

Και η απάντηση: «Ενδιαφέρον θα ήταν να γυρίσει κανείς μια ταινία πάνω στην πορτοκαλί γραμμή των αυτοκινητοδρόμων. Πώς βλέπουν δηλαδή οι από εδώ τους από κει. Φαντάζομαι αισθήματα υπερηφάνειας ανακατεμένα με αισθήματα οίκτου για τους διασχίζοντες, άνετα, την αριστερή λωρίδα και αισθήματα φθόνου και θαυμασμού για τους ταλαιπωρημένους που συνωστίζονται στη μεσαία λωρίδα. Βλέπετε, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν θέμα για μια ταινία».