ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το μουσικό «Κηποθέατρο» του Νίκου Κυπουργού

Είναι από τους λίγους, τόσο τυχερούς, ο Νίκος Κυπουργός. Στα 25 χρόνια της πορείας του κατάφερε να έχει ένα καλό ξεκίνημα που πολλοί θα το ζήλευαν και μια εξίσου καλή συνέχεια, που πολλοί θα ήθελαν να είχαν. Μαθητεία δίπλα στους: Μάνο Χατζιδάκι, Ματθαίο Μουντέ, Γιάννη Παπαϊωάννου, καθόρισαν τα πρώτα του βήματα, η Λιλιπούπολη επίσης στο Τρίτο, σπουδές στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού και μαθητεία κοντά στους Μαξ Ντόιτς και τον Ιάννη Ξενάκη, 42 ταινίες και σειρές, 50 μουσικές για θεατρικές παραστάσεις, 14 έργα φωνητικής και οργανικής μουσικής και μέσα σε όλα αυτά, 20 και πλέον δίσκοι.

Κι όμως, ποτέ δεν έγινε μέρος του μουσικού κατεστημένου. Κατάφερε να μην ανήκει σε καμία κατηγορία και το κυριότερο, να μπορεί να ακροβατεί σε πολλές, δημιουργώντας ένα δικό του αναγνωρίσιμο ύφος.

Το «Κηποθέατρο» που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Σείριο», είναι αυτό ακριβώς. Ενα μουσικό πορτρέτο του συνθέτη, το οποίο συμπυκνώνει δουλειά 25 χρόνων. Καλοφροντισμένη έκδοση, πλούσια και με υλικό που αναλύει μέσα από τα σημειώματα του ερευνητή -από τους πιο μερακλήδες του χώρου- Νίκου Διονυσόπουλου, την ταυτότητα του δημιουργού.

Στην ουσία πρόκειται για τη ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης που έδωσε πέρυσι στο Μέγαρο Αθηνών, έχοντας δίπλα του τους: Αλκίνοο Ιωαννίδη, Σαβίνα Γιαννάτου, Μαρία Φαραντούρη, Χρόνη Αηδονίδη, Λιζέτα Καλημέρη, Δώρο Δημοσθένους και τον μικρό Nikola Floki.

H έκδοση περιλαμβάνει δύο ενότητες, το Κηποθέατρο και το Σινέ Αλσος. Στην πρώτη έχουμε αποσπάσματα από μουσικές για το θέατρο και μερικά από τα παιδικά του τραγούδια, «μουσικά παιχνίδια» όπως τα θεωρεί ο ίδιος, και στη δεύτερη, αποσπάσματα από τις μουσικές του εικόνες για το σινεμά.

Το πορτρέτο

Είναι πραγματικά σπάνιο ένας δίσκος να έχει τέτοια αυτοτέλεια. Να περιλαμβάνει την προσωπογραφία του δημιουργού του ηχητικά και οπτικά, σε ένα ολοκληρωμένο κείμενο. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει νόημα, μια συνέντευξη του ίδιου του καλλιτέχνη, αφού ο ειδικός καλείται να πει τα πράγματα με το όνομά τους.

«Πρακτικά στο έργο του δεν υπάρχουν υφολογικοί περιορισμοί, αυτολογοκρισίες, συμπλεγματική και δυσνόητη διαχείριση της μουσικής γλώσσας. H μουσική του αποπνέει, είναι φωτεινή και ελεύθερη, με εναλλασσόμενες διαθέσεις, λειτουργική, ενίοτε συγκεκαλυμμένα μελαγχολική, αντιστοιχεί και, εν πολλοίς, ερμηνεύεται από την περσόνα του δημιουργού», γράφει ο Νίκος Διονυσόπουλος.

«Ρυθμοί, κλίμακες και τροπική δομή της «καθ’ ημάς Ανατολής», συνδυάζονται στον κορμό της δυτικής μουσικής και αρμονίας, λαϊκά όργανα συνεργάζονται ηχοχρωματικά με τα συνήθη της κλασικής ορχήστρας, διαθλασμένοι ήχοι της φύσης (π.χ. κελάηδισμα πουλιών), μουσικά θέματα και στυλ εξωευρωπαϊκών πολιτισμών υπεισέρχονται και πλουτίζουν τη μουσική του γλώσσα», υπογραμμίζει ο ερευνητής τονίζοντας πως παρ’ όλα τα φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία «είναι ευδιάκριτος ο καμβάς μιας ενιαίας αισθητικής, που κάνουν αναγνωρίσιμο τον δημιουργό, όχι ως αποτέλεσμα μιας μανιέρας, αλλά με ακριβώς το αντίθετο χαρακτηριστικό: αποφυγή της πεπατημένης και αμφισβήτηση καθιερωμένων δομών, αέναη αναζήτηση νέων ηχοχρωμάτων, νέων ιδεών και μπόλιασμα της δημιουργίας με νέα στοιχεία».

Αυτά ακριβώς χαρακτηρίζουν την ευλύγιστη γραφή του Νίκου Κυπουργού, είτε πρόκειται για το «Rom», το «Πεθαμένο Λικέρ», το «Μη φεύγεις», είτε για το «Massakam, και το συγκινητικό «Βλέφαρό μου». Ενας αποκαλυπτικός δημιουργός που αγγίζει το συναίσθημα μικρών και μεγάλων, χωρίς ποτέ ο ίδιος να υποκλίνεται στις σειρήνες της δισκογραφίας.