ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανθη της ερημιάς και της καθημερινής απώλειας

Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου: «N’ ανθίζουμε ώς το τίποτα». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004, σελ. 54.

O τίτλος της τέταρτης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου επιβεβαιώνει τη θεματική εμμονή της ποιήτριας και την εξακολουθητική της βάσανο στη γραφή. Και ως προς το πρώτο ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι η ποιήτρια αναλαμβάνει να καταδείξει πόσο η ανθρώπινη οντότητα σπαράζεται κυριολεκτικά, όταν καταδικάζεται από τις κάθε λογής συμβάσεις. Οπως και στις προηγούμενες συλλογές της «Λυπημένες μαργαρίτες» 1986, «Το τρίπτυχο του φέγγους» 1993 και «Εν τη ρύμη του νόστου» 1999, η Λουκίδου κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη δυνατότητα, επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι σε μιαν εποχή συγκλονιστικών εμπειριών που εύκολα προκαλεί τρόμο και οδύνη και όπου ο παράδεισος ταυτίζεται με την (απολεσθείσα) αθωότητα, δεν απομένει παρά η αναζήτηση ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου που αποδεσμεύεται από τη φαντασία. Μέσω αυτής της αναζήτησης η ποιητική φωνή ακυρώνει τις κοινωνικές συνθήκες κινούμενη έξω και πέρα από αυτές. Χωρίς να υπονομεύεται ο ενιαίος αφηγηματικός χαρακτήρα της συλλογής, ο αναγνώστης διακρίνει τους βασικούς της αρμούς και πρώτα τον καταναγκασμό, την ισόβια τιμωρία στη «σάρκινη ερημιά»: «μάς έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά / μας μάθαιναν να ανθίζουμε ώς το τίποτα / κι ανθεκτικοί στην ενοχή / το «πάντα» ν’ ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί» (στο ομώνυμο με τη συλλογή ποίημα).

Εν αρχή, λοιπόν, η «ερημιά» και η απώλεια, ακριβέστερα η διαπίστωση της απώλειας που συντελείται καθημερινά και ερήμην του ανθρώπου. Ετσι, το να παραμονεύεις τον θεό του απολεσθέντος ήχου και να ξορκίζεις την άπνοια του πάθους σε σεντόνια ως «κατ’ όναρ ναυτιλλόμενους», συνιστά ουτοπία που τελικά σε υποχρεώνει να καθίστασαι ο ίδιος «η απόκριση» πίσω από τις σφαλιστές πόρτες.

Με φόντο τον ήχο του οικείου και του αγνώστου η ποιήτρια ανακαλεί γνώριμες εικόνες και παιδικούς εφιάλτες, εγκιβωτίζει ιστορίες και κάνει προσεκτικούς χειρισμούς όταν εμβολιάζει τον λόγο της με απόηχους αναγνώσεων.

Αν αληθεύει ότι η ποίηση, περισσότερο ακόμα και από το μυθιστόρημα, είναι ο χώρος όλων των επαναστάσεων, δίκαια η Λουκίδου διεκδικεί την ανατροπή του κατεστημένου χώρου χωρίς να εντοπίζεται σε συγκεκριμένες πραγματώσεις. Με γλώσσα αρμονική αφήνει διάχυτη στη συλλογή της την πραγμάτωση του ανέφικτου και επιτρέπει στον αναγνώστη να «κατανοήσει», όσο και να απολαύσει. Κατανοώ ένα ποίημα, άλλωστε, σημαίνει το απολαμβάνω για ξεκάθαρους λόγους. Ενας από τους μεγαλύτερους κριτικούς του αιώνα που πέρασε και παράλληλα μεγάλος ποιητής, ο T.S. Eliot, θα έλεγε: «Το να απολαμβάνουμε ένα ποίημα χωρίς να το κατανοούμε, θα ισοδυναμούσε με το να μη διαβάζουμε μέσα του παρά μια προβολή της σκέψης μας».