ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης και η κριτική

Του Κωστα Κουτσουρελη*

Μ ε ορισμένα από τα πιο επίμονα μυθεύματα που καλλιεργούνται τον τελευταίο καιρό γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Κώστα Καρυωτάκη, αναμετράται ο Νάσος Βαγενάς στο πρόσφατο βιβλίο του. Ποια είναι αυτά; Οτι ο Καρυωτάκης είναι ποιητής κατ’ εξοχήν πολιτικός – μάλιστα από τους «πιο πολιτικούς», αν όχι και ο «πιο πολιτικός» που έχει να επιδείξει η νεοελληνική ποίηση. Οτι, επιπλέον, είναι ποιητής «προοδευτικός», «συνείδηση της Αριστεράς» στην Ελλάδα. Οτι στάθηκε σημαιοφόρος της εγχώριας avant-garde, αληθινός εισηγητής στη νεοτερική «στροφή» της ποίησής μας, κι ας επιμένουν οι γραμματολόγοι να αποδίδουν σε άλλους τον επίζηλο τίτλο. Οτι ουδέποτε ενέδωσε στον πειρασμό του «ελληνοκεντρισμού», που τόσους και τόσους ομότεχνούς του ξεμυάλισε. Οτι τα μέλη της Γενιάς του ’30 επιδίωξαν συστηματικά και κακόβουλα να υποβαθμίσουν την προσφορά του και να σφετεριστούν τη θέση του στον ελληνικό κανόνα.

Αντιπαράθεση με κείμενα

Η κριτική μέθοδος του Βαγενά είναι απλή: στους ισχυρισμούς αντιπαραθέτει τα ίδια τα κείμενα. Εξίσου απλά και διαφωτιστικά είναι και τα συμπεράσματά του.

Τι διαπιστώνει; Οτι τα πολιτικού περιεχομένου ποιήματα του Καρυωτάκη μετριούνται στα δάχτυλα του ενός μόλις χεριού – ποσότητα δίχως άλλο απογοητευτική για έναν τόσο πολιτικοποιημένο, όπως μας τον παρουσιάζουν, ποιητή. Οτι οι πολιτικές ιδέες του, όσες τέλος πάντων ανιχνεύονται στο έργο του, ουδεμία σχέση έχουν με τις ιδέες της Αριστεράς· αντιθέτως, προφανής είναι η επιρροή που έχει δεχθεί από αντιλήψεις αντισημιτικές, αντιφεμινιστικές, φιλομοναρχικές, ακόμη και προερχόμενες από τον αγροτιστικό και αντιπλουτοκρατικό φασισμό. Οτι η καρυωτακική «χαλάρωση των έμμετρων μορφών», συγκρινόμενη με τις επαναστατικές στιχουργικές αναζητήσεις της εποχής, διεθνείς και εγχώριες, είναι ασόβαρο να θεωρείται ρηξικέλευθη, πόσω μάλλον πρωτοποριακή. Οτι το «ελληνικό» στοιχείο στα κείμενά του δεν είναι αμελητέο, αφού από αυτά δεν απουσιάζει ούτε η «ελληνική εικονοποιία» και παράδοση, ούτε καν ο πατριωτισμός και η ηρωολατρία.

Επίσης, ότι τα περισσότερα μέλη της Γενιάς του ’30 (Σεφέρης, Ελύτης, Καραντώνης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος) εκφράστηκαν πάντοτε θετικά για τον Καρυωτάκη, παρά τις αυτονόητες αποστάσεις που ζήτησαν να πάρουν από αυτόν. Ακόμη και συγγραφείς που αρχικά τον απέρριπταν, όπως ο Γ. Θεοτοκάς και ο Κ. Θ. Δημαράς (για τον οποίο ο Βαγενάς δείχνει πειστικά ότι εσφαλμένως συγκαταλέγεται στη Γενιά του ’30), σε ωριμότερα κείμενά τους αναθεώρησαν προς το ευμενέστερο την πρώτη τους κρίση.

Πρωταγωνιστής ο Σεφέρης

Αν ο Κώστας Καρυωτάκης είναι ο τιτλώνυμος ήρωας του βιβλίου του Βαγενά, ο αληθινός του πρωταγωνιστής είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Η ηγετική θέση του Σεφέρη στα λογοτεχνικά πράγματα του παρελθόντος αιώνα τον έχει καταστήσει εξ αντικειμένου στόχο δημοφιλή για όλους τους επίδοξους αναθεωρητές της ιστορίας του ελληνικού μοντερνισμού.

Βεβαίως, από μόνος του ο αναθεωρητισμός δεν συνιστά αμάρτημα. Ετσι, δεν είναι λίγοι οι κριτικοί που έχουν υποβάλει σε γόνιμο και ουσιώδη έλεγχο τα έργα και τις ημέρες του Σεφέρη – και ο Βαγενάς ανήκει σε αυτούς. Το πρόβλημα με τον τρέχοντα αντισεφερισμό είναι ότι παραμένει πραγματολογικά μετέωρος. Οι θιασώτες του συνήθως δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να φορτώνουν μηχανιστικά στη ράχη του Σεφέρη όλα όσα ο πολιτικός καθωσπρεπισμός της εποχής τυχαίνει να θεωρεί ασυγχώρητα: ιδεολογικό «συντηρητισμό» και τεχνοτροπικό επιγονισμό, «ελληνοκεντρισμό» και εθνοφροσύνη, εξουσιαστικές βλέψεις και παραγοντίστικες μικροφιλοδοξίες.

Χονδροειδής ασυνέπεια

Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι ακόμη και οι πιο αποφασισμένοι αρνητές του Σεφέρη αδυνατούν εντέλει να απομακρυνθούν απ’ τον ίσκιο του. Ετσι, ως επί το πολύ αρκούνται στο να αναποδογυρίζουν τη σκέψη του. Πώς να εξηγηθεί αλλιώς το γεγονός ότι σημαντικοί συγγραφείς, τυπικό παράδειγμα εδώ ο Μακρυγιάννης, δαιμονοποιούνται ιδεολογικά ή τους αμφισβητείται κάθε λογοτεχνική αξία, επειδή ακριβώς έτυχαν της θερμής συνηγορίας του Σεφέρη; Ή ότι κάποιοι άλλοι εγκωμιάζονται επειδή εικάζεται ότι το έργο τους διαθέτει στοιχεία που βρίσκονται στους αντίποδές του; Οταν μάλιστα, όπως συμβαίνει συχνά, αυτά τα στοιχεία δεν εντοπίζονται στα ίδια τα κείμενα, οι αναθεωρητές δεν διστάζουν να τα κατασκευάσουν. Εξ ου και τα περί «αριστερού» και «πρωτοποριακού» και «παραγνωρισμένου» ή «θαμμένου από τη Γενιά του ’30» Καρυωτάκη. Αλλά και τα περί «διασπορικού» και «απάτριδος» Καβάφη, «μη ελληνοκεντρικού» Εγγονόπουλου κ.ο.κ.

Ο Βαγενάς επιμένει ιδιαίτερα στη χονδροειδή ασυνέπεια και την επιλεκτική λογική των καθωσπρεπιστών κριτικών. Τα δύο κεφάλαια όπου, εν είδει φιλολογικής φαντασίας, εξετάζει αφενός μεν το έργο του Καρυωτάκη με τα κριτήρια βάσει των οποίων κατακεραυνώνεται ο «συντηρητικός» Σεφέρης, αφετέρου δε το έργο του Σεφέρη με τα κριτήρια βάσει των οποίων «αριστεροποιείται» ο Καρυωτάκης, ανήκουν στα ψυχαγωγικότερα του βιβλίου του.

Παρά το ακλόνητο των θέσεων του συγγραφέα, είναι βέβαιο ότι αυτές δεν πρόκειται να γίνουν εύκολα δεκτές. Οι άνθρωποι θα αμφισβητούσαν και το πυθαγόρειο θεώρημα αν αυτό αντιστρατευόταν τα συμφέροντά τους, λέει μια βαρύθυμη ρήση του Τόμας Χομπς. Και τα μυθεύματα που καταρρίπτονται στο μικρό τούτο βιβλίο είναι τόσο ζωτικής σημασίας για τους επινοητές τους, ώστε θα ήταν υπεραισιόδοξο να περιμένει κανείς ότι η επισήμανση των λαθών τους θα τους πείσει να αλλαξογνωμήσουν.