ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Βροχερή φέτος η άνοιξη στο Χόλιγουντ

T ο Χόλιγουντ κλαίει τη μοίρα του και έχει λόγο για να το κάνει: Οι 19 τελευταίες εβδομάδες μπορούν κάλλιστα να διεκδικήσουν τον τίτλο των «μαύρων εβδομάδων» σε ό,τι αφορά τις εισπράξεις στις αμερικανικές αίθουσες. Είναι η μεγαλύτερη πτώση από το 1985, όταν η μείωση των εισιτηρίων συνεχιζόταν επί 17 εβδομάδες. Σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, τα εισιτήρια των ταινιών έχουν πέσει κατά περίπου 10% και ο τζίρος κατά 7%.

Ακόμη και η μεγάλη εισπρακτική επιτυχία του «Πολέμου των κόσμων», που στο εορταστικό μακρύ Σαββατοκύριακο της 4ης Ιουλίου έκανε εισπράξεις 113,3 εκατομμυρίων δολαρίων από την περασμένη Τετάρτη, δεν φαίνεται να μπορεί να ανατρέψει τη δυσάρεστη κατάσταση. Στον οικονομικό απολογισμό που θα κάνουν τα στούντιο τον Δεκέμβρη, το αποτέλεσμα θα είναι μια τρίτη συνεχόμενη χρονιά ύφεσης. Για παράδειγμα, η περσινή 4η Ιουλίου ήταν μια πραγματική γιορτή για τους αιθουσάρχες. O «Spider-man 2» συγκέντρωσε μέσα στις έξι μόλις πρώτες ημέρες της προβολής του, περίπου 180 εκατομμύρια δολάρια. Φέτος, ο Σπίλμπεργκ μπορεί να έκανε το δεύτερο καλύτερο άνοιγμα στην ιστορία του σινεμά, σωτήρας της βιομηχανίας όμως, δεν μπορεί να γίνει.

25% λιγότερα έσοδα

Το περασμένο Σαββατοκύριακο είναι ενδεικτικό της κρίσης. O «Πόλεμος των κόσμων» σημείωσε υψηλά νούμερα, όμως οι δώδεκα πρώτες σε εισπράξεις ταινίες συγκέντρωσαν 25% λιγότερα έσοδα από το αντίστοιχο περσινό διάστημα, ενώ και η προηγούμενη εβδομάδα ήταν κατά 19% φτωχότερη από την περσινή.

Ποια ήταν η ταινία που είχε βγει τότε πρώτη σε έσοδα; Μήπως ήταν κανένα μεγαλειώδες μπλοκμπάστερ; Ηταν το ντοκιμαντέρ του Μάικλ Μουρ «Fahrenheit 9/11», που έκανε πλούσιο τον Μουρ, αλλά με την ασυγκράτητη μαχητικότητά του, μπορεί και να κόστισε τη νίκη των προεδρικών εκλογών στον Τζον Κέρι, τον άνθρωπο δηλαδή που θέλησε να υποστηρίξει.

Η κινηματογραφική βιομηχανία δεν πηγαίνει καθόλου καλά. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γυρίζονται καλές ταινίες. Κάθε άλλο. H σεζόν 2004- 2005 που ολοκληρώθηκε στο τέλος Μαΐου, με τα παλιομοδίτικα ελληνικά μέτρα, απέδειξε ότι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα των ταινιών δεν έχει καθόλου να κάνει με την εμπορικότητά τους. H καλύτερη ταινία των φετινών Οσκαρ και όχι μόνο σύμφωνα με την κρίση των ψηφοφόρων της Ακαδημίας, ήταν το «Million dollar baby» του Κλιντ Ιστγουντ, που τιμήθηκε συνολικά με τέσσερα βραβεία. Κι όμως, πρόκειται για μια από τις λιγότερο εμπορικές νικήτριες ταινίες στην ιστορία των Οσκαρ.

Οι τάσεις

Τα πολλά εισιτήρια και οι καλές ταινίες ήταν δύο ασυμβίβαστες παράμετροι στη φετινή παραγωγή. Το «Πλαγίως» του Αλεξάντερ Πέιν, ο «Ray» του Τέιλορ Χάκφορντ με τον βραβευμένο με Οσκαρ Τζέιμι Φοξ, η «Διερμηνέας» του Σίντνεϊ Πόλακ με τη Νικόλ Κίντμαν και τον Σον Πεν, δεν είναι ταινίες που έμειναν για πολύ στο box office. Ομως αποτελούν καλά παραδείγματα για τις τάσεις της χρονιάς που πέρασε. Τις προσωπικές ιστορίες μικρού μεγέθους σε παραγωγή, το πλήθος των κινηματογραφικών βιογραφιών και την επανεμφάνιση του πολιτικού στοιχείου, ακόμη και σε μια περιπέτεια μεγάλου στούντιο. H άλλη τάση, που όμως αφορά λιγότερο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και έχει να κάνει περισσότερο με τους αριθμούς των πωλήσεων, είναι η άνθιση των ταινιών τρόμου, που κατέκλυσαν τις αίθουσες των multiplex – στην πλειοψηφία τους όμως ήταν πρόχειρα αναμασήματα παλιότερων ιδεών, πνιγμένα στο ψεύτικο αίμα.

Η φετινή χρονιά, όπως εξελίσσεται, φαίνεται ότι δίνει το προβάδισμα, από τις βιογραφίες και τις μικρές προσωπικές ιστορίες, στα «έξυπνα» μπλοκμπάστερ. Το «Βασίλειο των Ουρανών», το «Batman begins», ο «Πόλεμος των κόσμων», που ήδη έκαναν πρεμιέρα, δεν είναι οι απλές ταινίες διασκέδασης και δράσης, αλλά μέσα από το θέαμα, προσπαθούν να προβάλουν θέμα, ιστορία και χαρακτήρες.

Αν και είναι πολύ νωρίς ώστε να γίνει πρόβλεψη για την πορεία των δραματικών ταινιών, που παραδοσιακά βγαίνουν προς το τέλος της χρονιάς, τα πρώτα δείγματα δεν είναι καθόλου καλά ως προς την ανταπόκριση του κοινού. H πιο φιλόδοξη ταινία αυτής της κατηγορίας, το «O άνθρωπος που έγινε θρύλος» του Ρον Χάουαρντ με τον Ράσελ Κρόου και τη Ρενέ Ζελβέγκερ, παρά τις επαινετικές κριτικές, που πρόλαβαν να χαρακτηρίσουν την ταινία ως ένα από τα πρώτα φαβορί για τα Οσκαρ του 2006, κινήθηκε εμπορικά πολύ κάτω από τις προβλέψεις του στούντιο. Μάλιστα, η μεγάλη αλυσίδα αιθουσών AMC, διαφήμισε την ταινία με εγγύηση επιστροφής χρημάτων. «Δείτε την ταινία και αν δεν σας αρέσει, σας δίνουμε πίσω το εισιτήριο».

Η ευρωπαϊκή παραγωγή

Οσες προσπάθειες και να γίνονται μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, είτε ενισχύσεις είτε συμπαραγωγές τα πει κανείς, η Ευρώπη δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να αποτελέσει έναν διαφορετικό πόλο σε ό,τι αφορά την παραγωγή ταινιών. Αυτό που έχει να αντιπαραθέσει είναι το σινεμά των δημιουργών, με τις καλύτερες ή λιγότερο καλές στιγμές τους.

Υπήρξαν αρκετές ευρωπαϊκές ταινίες, που φέτος κατάφεραν να αγγίξουν το κοινό (όχι όμως και να κάνουν την εισπρακτική έκπληξη) και να φτάσουν ακόμη και στα αμερικανικά βραβεία. H «Κακή εκπαίδευση» του Πέδρο Αλμοδόβαρ έκανε τον προσωπικό εφιάλτη κοινό βίωμα για τους θεατές της ταινίας, απώθησε όμως την ευρύτερη βάση του κοινού. Οι «Ατελείωτοι αρραβώνες» του Ζαν Πιερ Ζενέ, μετέφεραν τον εξαιρετικά λεπτοδουλεμένο κόσμο της «Αμελί» στον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε μια παραγωγή χολιγουντιανών μεγεθών, που όμως δεν έφτασε αριθμητικά τους θεατές που ήθελε (και μπορούσε). Από την άλλη πλευρά, το «Μυστικό της Βέρα Ντρέικ» του Μάικ Λι, ήταν μια καλή ταινία, που ωστόσο υπερτιμήθηκε από ένα μέρος των κριτικών και του κοινού.

Οι καλές κριτικές και η ανέλπιστη επιτυχία συνδυάστηκαν στη γερμανική «Πτώση» του Ολιβερ Χιρσμπίγκελ με την εξαιρετική ερμηνεία του Μπρούνο Γκαντς στον ρόλο του Χίτλερ. H τόλμη του σκηνοθέτη να ασχοληθεί με το θέμα-ταμπού για τη σύγχρονη Γερμανία του χιτλερικού φινάλε, απέδωσε καρπούς. Μερικές φορές η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς. Μερικές άλλες, όχι.

Η πιο ολοκληρωμένη ελληνική ταινία της φετινής παραγωγής, ο «Ομηρος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, υπέστη πανωλεθρία στα ταμεία και αποσύρθηκε άρον άρον από τις αίθουσες. Το κοινό σε αυτή την περίπτωση φάνηκε ότι δεν θέλησε να αντιμετωπίσει την κινηματογραφική ανάγνωση του ζητήματος της μετανάστευσης και απέρριψε «αυτή την ταινία με τον Αλβανό».

Παιδικά και για μεγάλους

Μέσα στην ασάφεια που χαρακτηρίζει την κινηματογραφική παραγωγή και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, η σταθερά τόσο στα ταμεία όσο και στις καλές κριτικές είναι οι ταινίες που απευθύνονται στο παιδικό και κατ’ επέκτασιν στο οικογενειακό κοινό. Οσες απογοητεύσεις και αν μας δώσουν οι υπερπαραγωγές ή οι ταινίες των δημιουργών, οι παιδικές ταινίες ξεκινούν από ένα μίνιμουμ καλού αποτελέσματος και πολύ συχνά φτάνουν στα επίπεδα ενός εξαιρετικού επιτεύγματος.

Φέτος, λ.χ., υπήρξαν τουλάχιστον τρεις ταινίες που άγγιξαν αυτόν τον στόχο. Οι «Απίθανοι» της Pixar με τις περιπέτειες μιας οικογένειας υπερ- ηρώων, ο «Σρεκ 2» και το «Λέμονι Σνίκετ: Μια σειρά από ατυχή γεγονότα», υπήρξαν τόσο καλές ταινίες επειδή αντιμετώπισαν το μικρής ηλικίας κοινό τους σαν ώριμους θεατές που έχουν χωνέψει το πλήθος των πληροφοριών και των επιδράσεων που δέχονται καθημερινά, και όχι σαν βρέφη, στα οποία απευθύνεσαι με τα πρώτα γράμματα της κινηματογραφικής αλφαβήτου. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι οι χαρακτήρες των λεγόμενων παιδικών ταινιών, πολύ συχνά κινούνται σε ένα κόσμο σκοτεινό και ζοφερό και έχουν να αντιμετωπίσουν καταστάσεις και προβλήματα που θα έκαναν ακόμη και τους μεγάλους ήρωες να σηκώσουν τα χέρια ψηλά.

Πίσω από αυτές τις ταινίες κρύβεται πολλή δουλειά και μελέτη και το αποτέλεσμα φαίνεται τόσο στα ίδια τα φιλμ όσο και στην απήχηση που έχουν. Γι’ αυτό δεν αποτελεί έκπληξη ότι για την ερχόμενη σεζόν ετοιμάζεται ένας αριθμός-ρεκόρ οικογενειακών ταινιών. Μακάρι να εξακολουθήσουν να είναι όλες το ίδιο καλές.

Και σε αυτό το κατά γενική ομολογία είδος, η κρίση χτυπάει την πόρτα και μάλιστα εκεί που πονάει. Στην κυκλοφορία DVD, που μετράει πολύ περισσότερο, καθώς πρόκειται για ένα είδος διανομής εξακολουθητικό, με κοινό που ανανεώνεται. Τόσο ο «Σρεκ 2» όσο και οι «Απίθανοι» κινήθηκαν πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις. H αιτία, σύμφωνα με τους ειδικούς της αγοράς, είναι η σύντομη ζωή στο ράφι των καταστημάτων. H αγορά, πάντως, των DVD διογκώνεται σταθερά. Από 17 δισεκατομμύρια δολάρια που έφτασε το 2004, εκτιμάται ότι το 2009 θα αγγίξει τα 27 δισ. δολάρια!