ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ηχογράφηση, τέχνη χωρίς πρόσωπο

Πριν από 99 χρόνια, ο Αμερικανός συνθέτης Τζον Φίλιπ Σόουζα προέβλεψε ότι οι ηχογραφήσεις θα οδηγούσαν στον θάνατο της μουσικής. Οτι ο φωνογράφος θα διάβρωνε τις λεπτότερες ακουστικές αισθήσεις, θα προκαλούσε την εξαφάνιση των ερασιτεχνικών μουσικών και τραγουδιστών, αφήνοντας τους επαγγελματίες μουσικούς χωρίς δουλειά. «Θα έρθει μια στιγμή που κανένας δεν θα είναι διατεθειμένος να υπηρετήσει μια υψηλή τέχνη, που καλλιεργεί τον άνθρωπο, όπως η μουσική», έγραφε ο Σόουζα. «Ολοι θα έχουν στη διάθεσή τους την ηχογραφημένη ή κλεμμένη μουσική τους στα συρτάρια τους», προέβλεψε ο Σόουζα, συμπληρώνοντας ότι η απώλεια που συνοδεύει την απώλεια της επαφής μας με τα σώματα που παράγουν τη μουσική, είναι αμετάκλητη.

Προτού απορρίψει κανείς τον Σόουζα ως γεροπαράξενο, θα πρέπει να αναλογιστεί πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Η μουσική σήμερα είναι παρούσα σε ολόκληρο τον πλανήτη, εκατομμύρια ώρες της ιστορίας της διατίθενται σε CD, χείμαρροι ψηφιοποιημένων μελωδιών ρέουν στο Διαδίκτυο, συσκευές MP3, οι οποίες περιέχουν 10.000 τραγούδια, μεταφέρονται εύκολα στην κωλότσεπη. Είναι γεγονός, ότι για τους περισσότερους από μας, η μουσική δεν είναι κάτι το οποίο κάνουμε οι ίδιοι ή κάτι το οποίο δημιουργούν άλλοι ενώπιόν μας. Εχει μεταβληθεί σε ένα κατ’ εξοχήν μέσο της εικονικής πραγματικότητας, σε μια τέχνη χωρίς πρόσωπο. Στο μέλλον, η αναπαραγωγή ενδέχεται να αντικαταστήσει ολοκληρωτικά την παραγωγή. Αψυχοι ακροατές θα περιδιαβάζουν μέσα στα αρχεία της μουσικής του παρελθόντος και η καινούργια μουσική θα συνίσταται σε νέες επανορχηστρώσεις της παλιάς.

Από την εποχή που ο Εντισον παρουσίασε τον κέρινο κύλινδρο το 1877, οι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν σε ποιο βαθμό επηρέασε και τι ακριβώς προσέφερε η ηχογράφηση στη μουσική. Ο Σόουζα ήταν ένας πρωτοπόρος εκπρόσωπος της απαισιόδοξης πλευράς, η οποία αργότερα εκπροσωπήθηκε από διάφορους μεταμαρξιστές θεωρητικούς. Στο άλλο άκρο βρίσκονται οι ουτοπιστές της τεχνολογίας, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η ηχογράφηση απελευθέρωσε τη μουσική, μεταφέροντας την τέχνη των ελίτ στις μάζες και την τέχνη του περιθωρίου στο επίκεντρο.

Ανακάλυψα μεγάλο μέρος της αγαπημένης μου μουσικής μέσα από δίσκους και CD, συνεπώς δεν κλίνω προς την ομάδα των δακρυσμένων Λουδιτών. Θέλω όμως να έχω συνείδηση των θετικών και των αρνητικών πτυχών της τεχνολογίας. Για να παραμείνει ζωντανή η μουσική, θα πρέπει να εξισορροπηθούν οι ηχογραφήσεις με τις συναυλίες, καθώς σήμερα οι συναυλίες αποτελούν μακράν τον μικρότερο παράγοντα της εξίσωσης.

Μέσο διάσωσης

Ενδεχομένως να δικαιολογούμε τους εαυτούς μας, θεωρώντας ότι ακούμε μουσική από CD, προκειμένου να γνωρίσουμε σε βάθος τη μουσική ή για να συμπληρώσουμε τα ακούσματά μας από τις συναυλίες. Ομως, η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι από εμάς πάνε να ακούσουν μουσική σε συναυλία. H δουλειά μας βγάζει νοκ άουτ. Τα εισιτήρια είναι πολύ ακριβά και οι συναυλιακοί χώροι αποπνικτικοί. Στις ροκ συναυλίες συρρέουν παιδιά, τα οποία μας κάνουν να αισθανόμαστε γέροι. Είναι τόσο πολύ πιο εύκολο να ξαπλώσει κανείς στην αναπαυτική πολυθρόνα του και να ακούσει ένα κουαρτέτο του Μπετόβεν ή τα τραγούδια της Μπίλι Χόλιντεϊ. Ομως ο Μπετόβεν ή η Μπίλι Χόλιντεϊ θα είχαν μπορέσει να υπάρξουν εάν ο κόσμος άκουγε ανέκαθεν μουσική με τον τρόπο με τον οποίο ακούμε σήμερα;

Η ηχογράφηση διέρρηξε τα σύνορα μεταξύ των πολιτισμών, απειλώντας όμως συγχρόνως αρχαιότερα είδη μουσικής με εξαφάνιση. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Μπέλα Μπάρτοκ, ο Ζόλταν Κοντάι και ο Πέρσι Γκρέιντζερ χρησιμοποίησαν τους φωνογράφους για αν διασώσουν τις φωνές των ηλικιωμένων τραγουδιστών παραδοσιακής μουσικής, οι δρόμοι της οποίας είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται, λόγω της εμφάνισης ακριβώς, του φωνογράφου, ο οποίος τυποποίησε τους παραδοσιακούς χορούς.

Η ηχογράφηση είχε την ανησυχητική ικανότητα να μεταμορφώνει κάθε είδος μουσικής, ασχέτως της ποιότητάς της, σε συλλεκτικό αντικείμενο, το οποίο μεταμορφώνεται σε σκηνικό της μοναχικής σύγχρονης ψυχής. Κάθε νέος ήχος αποτελεί τροφή για την ανάπτυξή της, όμως η ηχογράφηση καλλιεργεί συγχρόνως και τη νοσταλγία, μια κατάσταση μελαγχολικών ενθυμήσεων και ταυτόχρονα μια αδιαφορία για το παρόν.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι μουσικοί της κλασικής μουσικής, μαζί με τους ακροατές της, είχαν την αφέλεια να πιστέψουν ότι μπορούσαν να ζήσουν εκτός της τεχνολογικής πραγματικότητας. Καλλιέργησαν μια ατμόσφαιρα αχρονίας και απόσυρσης από τον πραγματικό κόσμο. Οι καλλιτέχνες εκτίμησαν στην ηχογράφηση τη δυνατότητα του κέρδους την οποία προσφέρει, όμως οι μουσικοί της κλασικής μουσικής προτίμησαν να την εκλάβουν ως ένα μέσο για τη μεταγραφή, με τον πιο ακριβή τρόπο, της αιωνόβιας παράδοσης της εκτέλεσης έργων κλασικής μουσικής.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι μουσικοί αυτοί απέφυγαν μετά βδελυγμίας το πειραματικό πνεύμα, που χαρακτήρισε εξαρχής τις ηχογραφήσεις ποπ μουσικής.

Οι εκτελέσεις κλασικής μουσικής επαινέθηκαν για τον αφτιασίδωτο ρεαλισμό τους. Οι ηχογραφήσεις έπρεπε να μη μοιάζουν καθόλου με ηχογραφήσεις. Παραδόξως η διαδικασία αυτή απαιτούσε σε μεγάλο βαθμό την τεχνική επεξεργασία του έργου.

Οι χαρές και οι λύπες

Πριν από 20 χρόνια, ο Αμερικανός συνθέτης Μπένγιαμιν Μπόρετς έγραψε ότι «στη μουσική, όπως και σε κάθε άλλο πεδίο της ζωής, η παροδικότητα της εμπειρίας αποτελεί την πιο αδιάσειστη πραγματικότητα». Το παράδοξο με την ηχογράφηση είναι ότι μπορεί να διατηρήσει για πάντα αυτές τις φευγαλέες στιγμές του παραγόμενου ήχου, αλλά ποτέ όμως τη σπίθα της ανθρωπιάς που την γεννάει. Το ίδιο ακριβώς παράδοξο αφορά και την τεχνολογία: τα πάντα γίνονται πιο εύκολα, αλλά και λιγότερο πραγματικά. Η επικρατούσα αναλήθεια της ηλεκτρονικής σφαίρας μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα νέο είδος έκστασης, μόλις αποσυνδεθούμε από τα gadgets μας και διακινδυνεύσουμε να εκτεθούμε στη ζωντανή μουσική.

Το 1964 ο περίφημος πιανίστας Γκλεν Γκουλντ έλαβε την ιστορική απόφαση να εγκαταλείψει τις συναυλίες. Σε ένα δοκίμιο που εξέδωσε δύο χρόνια αργότερα, προέβλεψε τον ενδεχόμενο θάνατο των κονσέρτων, τα οποία θα αντικαθιστούσε μια απολύτως ηλεκτρονική μουσική κουλτούρα.

Το ενδεχόμενο να επαληθευθεί δεν έχει εκλείψει. Προς το παρόν, όμως, οι συναυλίες καλά κρατούν και συγχρόνως η παράδοση της κλασικής μουσικής δύσκολα μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτές. Λίγους μήνες μετά την έκδοση του δοκιμίου του, οι Μπιτλς έδωσαν την πρώτη τους συναυλία. Το γεγονός ότι οι Μπιτλς διαλύθηκαν τρία χρόνια αργότερα, μετά την είσοδό τους στα στούντιο και το γεγονός επίσης ότι ο Γκουλντ πέθανε ψυχικά διαταραγμένος στα πενήντα του χρόνια, ενδεχομένως να μας λέει πολλά σχετικά με τις χαρές και τις λύπες της τέχνης της ηχογράφησης.