ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα διαφορετικά ταξίδια της Αθηνάς Τσαγγάρη

Στη δημιουργική ομάδα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων η Αθηνά Τσαγγάρη αναφερόταν ως σκηνοθέτις – παραγωγός βίντεο. To όνομα, μάς ήταν οικείο. Στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2000 η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της «Η διαρκής αναχώρηση της Πέτρα Γκόινγκ», μια ευφάνταστη, ευαίσθητη και παράδοξη ιστορία μιας κοπέλας και ενός (ή πολλών) ταξιδιών, αιφνιδίασε ευχάριστα. Στην πορεία διαπιστώσαμε ότι η Αθηνά Τσαγγάρη, είναι πολυτάλαντη, δραστήρια και δημιουργική καλλιτέχνις: οργανώνει στο Τέξας φεστιβάλ πειραματικού κινηματογράφου (το Cinema Texas), με μικρού μήκους ταινίες, βίντεο αρτ, εγκαταστάσεις, περφόρμανς. Φέτος, συμπληρώνει δέκα χρόνια ζωής και έχει εξελιχθεί σε τόπο συνάντησης της πρωτοπορίας: «Εγινε αρκετά σημαντικό γιατί προβάλαμε ταινίες που ήταν πολύ δύσκολο να προβληθούν οπουδήποτε αλλού στην Αμερική», λέει η εμψυχώτριά του. Η αρχή έγινε με τον κινηματογράφο αλλά στη συνέχεια συμπεριέλαβε και άλλες μορφές οπτικοακουστικών τεχνών, όπου η εικόνα χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους. Στην εύλογη απορία γιατί επέλεξε το Οστιν του Τέξας, μια πόλη «στη μέση του πουθενά» ή στην «καρδιά του κτήνους», όπως σχολιάζει η ίδια γελώντας, η απάντηση είναι απλή: «Φοιτούσα στο εκεί Πανεπιστήμιο».

Οι κινηματογραφικές σπουδές της Αθηνάς Τσαγγάρη ξεκίνησαν στο New York University και συνεχίστηκαν στο Τέξας. Οταν τελείωσε την προσέλαβαν ως λέκτορα. Η γεννημένη στην Καρδίτσα, με σπουδές φιλολογίας στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, λοιπόν, φοιτήτρια, άρχισε να συνθέτει ένα ενδιαφέρον βιογραφικό, εστιάζοντας την προσοχή της στη διερεύνηση της εικόνας. Πριν φτάσει στην τελετή έναρξης είχε δώσει τα διαπιστευτήριά της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το πρόγραμμα που λεγόταν «Οργασμικό Σινεμά», μεταμεσονύκτιες προβολές, «εναλλακτικές, ριζοσπαστικές σε σχέση με τη φόρμα και το περιεχόμενο», οι οποίες σημείωσαν επιτυχία συγκεντρώνοντας το νεανικό, σινεφίλ, κοινό της πόλης.

Τον χειμώνα του 2002 την κάλεσαν στην Ακαδημία Κινηματογράφου του Αμστερνταμ για να διδάξει, αλλά η εργασιακή της σχέση κράτησε μόνο ένα εξάμηνο γιατί από το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς βρίσκεται συνέχεια στην Ελλάδα. Ο πρώτος λόγος, ήταν η προετοιμασία της τελετής των Ολυμπιακών Αγώνων. Μέσα στο 2005 όμως και ενώ πηγαινοερχόταν Λος Αντζελες – Τέξας – Ν. Υόρκη, προέκυψε η συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Γιώργο Λάνθιμο, για τον οποίο ανέλαβε την παραγωγή της ταινίας του «Κινέτα». Και παραγωγός, λοιπόν; «Ο ρόλος του παραγωγού δεν με ενδιαφέρει επαγγελματικά αλλά προσωπικά και δημιουργικά. Ο πραγματικός παραγωγός είναι συνδημιουργός. Αν κάποιος φίλος με φωνάξει να τον βοηθήσω και δεν έχω άλλη δουλειά, ευχαρίστως να το κάνω».

Την «Κινέτα» ανακάλυψε πρώτο το Φεστιβάλ του Τορόντο και την ενέταξε αμέσως στο επίσημο πρόγραμμά του, στο τμήμα «Discovery», που φιλοξενεί νέα ταλέντα απ’ όλον τον κόσμο. Η προβολή έχει προγραμματιστεί στην έναρξη του Φεστιβάλ, την ερχόμενη Πέμπτη, 8 του μηνός. Αυτές τις ημέρες η Αθηνά Τσαγγάρη δουλεύει πυρετωδώς για να μπορέσει να ταξιδέψει με την κόπια την Τετάρτη.

Ενα ντοκιμαντέρ,

δυο ταινίες

Ομως η 30χρονη σκηνοθέτιδα ασχολείται, σχεδόν παράλληλα, με τρία ακόμη σχέδια τα οποία βρίσκονται σε εξέλιξη. Κατ’ αρχάς, ένα ντοκιμαντέρ, που γύρισε ο Αμερικανοπαλαιστίνιος Νίντα Σίνοκροτ, και στο οποίο η ίδια κρατάει το διπλό ρόλο του συμπαραγωγού και διευθυντή φωτογραφίας: «Οταν άρχιζε να χτίζεται το τείχος ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, ο Νίντα πήρε μια υποτροφία από το Ιδρυμα Ροκφέλερ για ένα ντοκιμαντέρ. Ο καθένας μας είχε από μία κάμερα και γυρνούσαμε για δύο μήνες στη Δυτική Οχθη και στη Γάζα. Εκείνη την περίοδο η Γάζα ήταν ανοικτή για τελευταία φορά σε συνεργεία και παρατηρητές. Επιστρέψαμε, όταν τα πράγματα έγιναν πάρα πολύ δύσκολα. Το υλικό που έχουμε συγκεντρώσει είναι γύρω στις 300 ώρες! Πέρυσι το φθινόπωρο δουλέψαμε μαζί το μοντάζ και φέτος νομίζω ότι θα την τελειώσουμε».

Η Αθηνά Τσαγγάρη εκτός από τις γόνιμες συνεργασίες θέλει να προχωρήσει και τα σενάρια για δύο επόμενες ταινίες. Η πρώτη, με τίτλο «Duncharon» (σημαίνει: Τον είδαμε, τον ζήσαμε τον Χάροντα), «χρειάζεται υψηλό προϋπολογισμό», όπως υποστηρίζει. «Είναι «screwball comedy» (τρελή κωμωδία) επιστημονικής φαντασίας, που θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα, στα κυκλαδίτικα, ηφαιστειογενή, νησιά, με διεθνές καστ. Ισως το 2007…». Χάρων είναι το όνομα του δορυφόρου του Πλούτωνα, διευκρινίζει. Το σενάριο είναι δικό της και του στενού συνεργάτη της Ματ Τζόνσον.

Η δεύτερη ταινία είναι στον αντίποδα της πρώτης: Χαμηλό μπάτζετ, τόπος και πάλι οι Κυκλάδες, με την παρουσία των κατοίκων του νησιού. «Είναι μια ιστορία με ζόμπι», λέει και πριν δείξουμε την έκπληξή μας, προσθέτει: «Αρκετά ποιητική και συμβολική…».

Οι κινηματογραφικές επιλογές της Αθηνάς Τσαγγάρη συμπλέουν με τον ευρύτερο καλλιτεχνικό προσανατολισμό της: «Δεν με ενδιαφέρει τόσο ο ρεαλισμός, αλλά το «είδος» γιατί είμαι καθαρά παιδί σχολής κινηματογράφου. Η «Πέτρα Γκόινγκ» ήταν ένα σχόλιο πάνω στα «είδη». Θέλω όμως τώρα πια να «αναχωρήσω» από την άσκηση ύφους και να μπω πιο βαθιά στην ψυχολογία των χαρακτήρων και στο περιεχόμενο».

Η Αθηνά Τσαγγάρη γνωρίστηκε με τη «δημιουργική ομάδα» του Δημήτρη Παπαϊωάννου αντικαθιστώντας τον Γιώργο Λάνθιμο, το 2002. «Εφυγε γιατί ήθελε να γυρίσει την ταινία του. Ο βασικός λόγος που με είχε φέρει ο Δημήτρης από το Αμστερνταμ ήταν για να κάνω το making of των τελετών. Τελικά επεκτάθηκε στην προετοιμασία, στην πόλη, στους Αγώνες. Ημουν διαρκώς δηλαδή με μία κάμερα στο χέρι. Ημουν γυναίκα – φακός! Το υλικό που έχω συγκεντρώσει είναι περίπου 300 ώρες! Θα πάρει τη μορφή ενός ντοκιμαντέρ, το οποίο θα προβληθεί πιθανότητα το 2008, την περίοδο των Ολυμπιακών του Πεκίνου. Μόνο όμως για να δούμε το υλικό θέλουμε πέντε μήνες…».

Τη συνεργασία της με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου τη θεωρεί «καταπληκτική εμπειρία»: «Κάτι που δεν έχω ξανακάνει ποτέ σε αυτήν την κλίμακα και σε αυτό το επίπεδο ευθύνης. Η συνεργασία άψογη. Δύσκολο να μιλήσω για κάτι δικό μου, γιατί όλα έγιναν συλλογικά. Συζητήσαμε πολύ γιατί ξέραμε ότι είχαμε μόνο 1,5 λεπτό για τις βιντεο-παρεμβολές πάνω στους βράχους. Ούτε. Ηταν μεγάλη η πρόκληση να μπορέσουμε να μιλήσουμε για το ανθρώπινο σώμα και την παγκόσμια κατάσταση, με έναν τρόπο ποιητικό, αλλά όχι αφαιρετικό τόσο ώστε να παραπέμπει σε βίντεο αρτ. Να υπάρχει ένα μέτρο επικοινωνίας. Εγινε μια τεράστια έρευνα από όλη την 7μελή ομάδα του βίντεο».

«Ποια Ελλάδα θέλουμε να δείξουμε;»

Πώς βλέπει η Αθηνά Τσαγγάρη τη σύγχρονη ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα; Η εμπειρία της περιορισμένη στα δυο τελευταία χρόνια, τα συγκριτικά της μεγέθη επηρεασμένα από τη 10χρονη παραμονή της στις ΗΠΑ:

«Δεν θα ήθελα να επικεντρωθώ στο χρηματοδοτικό. Δεν νομίζω ότι είναι αυτό το βασικό πρόβλημα. Στην Αμερική η κρατική χρηματοδότηση είναι μηδενική. Και καλώς ή κακώς σε αυτό το μοντέλο έχω εκπαιδευτεί. Μου κάνει εντύπωση η έλλειψη σύμπνοιας και αλληλεγγύης ανάμεσα στους Ελληνες σκηνοθέτες. Δεν γίνεται μια καθημερινή κουβέντα επί του ουσιαστικού. Δηλαδή, τι κινηματογράφο κάνουμε, γιατί κάνουμε κινηματογράφο, γιατί, σε αυτόν τον κυκεώνα εικόνων που παράγονται καθημερινά, εγώ θέλω να προσθέσω ένα καρέ ακόμη.

Και ακόμη: ποια Ελλάδα θέλουμε να δείξουμε. Ποια είναι η σχέση με την ελληνική κοινωνία. Ο Γιάνναρης είναι από τους λίγους σκηνοθέτες που ζουν την ελληνική πραγματικότητα. Οχι την Ελλάδα των λοφτ και του κονφορμισμού, αλλά των μεταναστών, των πραγματικών προβλημάτων. Δεν εννοώ να γυρίζονται μόνο δράματα ή μελοδράματα, αλλά κωμωδίες, το δυσκολότερο είδος. Κωμωδίες,

που εστιάζονται στη διαρκή παρατήρηση της μικρής στιγμής. Και χρειάζεται και μια άρνηση της καλοπέρασης. Δεν μπορεί το βασικό όνειρο να είναι το αυτοκίνητο ή

το διαμέρισμα. Αυτό που κάνουμε είναι δύσκολο, πολύ ακριβό

και χρονοβόρο. Πρέπει να τα δώσουμε όλα χωρίς γκρίνια. Χρειάζεται σύμπνοια και εστίαση στο περιεχόμενο».