ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ματιά στην «κουζίνα του συγγραφέα»…

Αλέξης Πανσέληνος: «Μια λέξη χίλιες εικόνες». Εκδόσεις Πατάκη, 2004, σελ. 189.

Αλέξης Πανσέληνος: «Μια λέξη χίλιες εικόνες». Εκδόσεις Πατάκη, 2004, σελ. 189.

«Αυτοσχεδιάζω. Σπάνια έχω από πριν καταστρωμένη ιστορία. Συνήθως υπάρχει ένα υπόβαθρο πάνω στο οποίο σκέφτομαι, κάποια ιδέα, κι αυτή πάει πάντα και συναντά τον πυρήνα της διάθεσής μου και το υλικό των εμπειριών που έχω μαζέψει. Στη συνέχεια έρχεται μια σκηνή. Αυτή η σκηνή, συνήθως η πρώτη, καθορίζει λίγο πολύ το βιβλίο μου ώς το τέλος» (σ. 54).

Με το βιβλίο αυτό εγκαινιάστηκε η σειρά «H κουζίνα του συγγραφέα» από τις εκδόσεις Πατάκη (υπεύθυνος ο Μισέλ Φάις), σειρά φιλόδοξη στην πρόθεσή της με κίνδυνο να είναι αμφίρροπη στις πραγματώσεις της. Επειδή ζητώντας από τον συγγραφέα να γράψει τα της κουζίνας του, στην ουσία «εκβιάζεις» την παραγωγή αυτοβιογραφικού κειμένου.

Αφή και οσμή

Δεν ξέρω πόσοι συγγραφείς των οποίων η κουζίνα ενδιαφέρει τους αναγνώστες είναι διατεθειμένοι να ξεπεζέψουν από το άτι της μυθοπλασίας και να ανεβούν στο υποζύγιο της πραγματικότητας με όλες τις πεζές λεπτομέρειες. O τίτλος «H κουζίνα του συγγραφέα», αντί λ.χ. για τον πιο βαρύγδουπο «H ποιητική του συγγραφέα», δεν αφήνει πολλά περιθώρια δοκιμιακού λόγου σε όσους πέραν της μυθοπλασίας εντρυφούν και στο θεωρητικό γράψιμο. H «κουζίνα» αντί της «ποιητικής» ενισχύει την αυτοβιογραφική κατεύθυνση.

Στο αυτοβιογραφικό, επομένως, πλαίσιο ξεδιπλώνεται ο αφηγηματικός ιστός του κειμένου του Πανσέληνου. H εποχή της αναγνωστικής του αθωότητας φανερώνει ό,τι κάθε εποχή αθωότητας: τη σωματική υπόσταση της εμπειρίας, αφού το βιβλίο προσλαμβάνεται με την αίσθηση της αφής και της οσμής. Από τη μυρωδιά των μελανιών μαθαίνει να ξεχωρίζει ακόμα και τον εκδότη (σ. 21). H βιωματική ακολουθεί καταιγιστικά: όχι μόνο δεν διαχωρίζει την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία, αλλά μετατοπίζει τους φαντασιακούς τόπους της λογοτεχνίας στους πραγματικούς που συγκροτούν το οικείο περιβάλλον του. Μετατρέπει έτσι τη μυθοπλαστική ουτοπία σε πραγματική και οικειοποιημένη ευτοπία. Αργότερα συνεργός θα γίνει ο φίλος που φέρνει μαζί του τη μουσική και τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», τις γνωστές εκδόσεις κλασικών μυθιστορημάτων με μορφή κόμικς. H μύηση στη μουσική θα έχει βαρύνουσα σημασία σε ολόκληρη τη ζωή του Πανσέληνου, όπως μπορεί κανείς να δει στα μυθιστορήματά του, ιδιαίτερα στη «Ζαΐδα».

Η μύηση στα «Κλασικά» έχει την έννοια της εξόδου από την αναγνωστική αθωότητα – τόσο επειδή εισάγεται η εντρύφηση στο απαγορευμένο ανάγνωσμα όσο και επειδή η εικόνα δεν αφήνει περιθώρια για φαντασιακές συγκεκριμενοποιήσεις. Τα «Κλασικά» είναι απαγορευμένα επειδή ο Πανσέληνος, όντας παιδί δύο αριστερών διανοούμενων και γνωστών πεζογράφων, υφίσταται στα διαβάσματά του λογοκρισία, άγνωστη σε εκείνους που οι γονείς τους δεν είχαν σχέση με το βιβλίο. H ύπαρξη του φίλου-συνενόχου δημιουργεί τους πρώτους παιγνιώδεις αυτοσχεδιασμούς, επομένως τις πρώτες πλοκές στη φαντασία του Πανσέληνου. Οπως λέει παρακάτω, δεν έπαψε ποτέ να «παίζει» τους διαλόγους στο μυθοπλαστικό του έργο. Ηδη το περίγραμμα της δημιουργίας του συγγραφέα έχει δοθεί μέσα από αυτά τα προκαταρκτικά.

Τα «απαγορευμένα»

Επιπλέον έχει εξασφαλισθεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Καθώς περνάμε από τα «απαγορευμένα» μάς δίνει τη δυνατότητα να δούμε σημερινές του αντιλήψεις για τις αγκυλώσεις του Μεσοπολέμου σχετικά π.χ. με την ιδεολογική θέση απέναντι στα βιβλία της Π. Δέλτα.

Η πορεία του ως αναγνώστη διαγράφεται αρκετά συνηθισμένη τουλάχιστον για τη γενιά του: μυθιστορήματα-τοιχογραφίες, συναρπαστικά περιπετειώδη αναγνώσματα, βουτιές στον εσωτερικό κόσμο του υποκειμένου, ανάλογα με τον συγγραφέα, κυρίως όμως τον κλασικό συγγραφέα του 19ου αι.

Πολύ σπουδαίος διαγράφεται και ο ρόλος του κινηματογράφου, κυρίως για την τυπολογία της δράσης. Ετσι, βεβαίως, τα πράγματα εντάσσονται σε έναν ιστό, ο οποίος δεν τους επιτρέπει να είναι απαλλαγμένα από το μυθοπλαστικό στοιχείο της αυτοβιογραφίας. Γιατί και η πιο στεγνή και αποστασιοποιημένη περιγραφή των βιωμάτων μας, όπως άλλωστε και η ίδια η μνήμη μας, είναι σε αρκετά μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα, πιστή απόδοση της πραγματικότητας. Κατά συνέπεια, ο δοκιμιακός λόγος της «ποιητικής» θα φώτιζε καλύτερα το ζητούμενο από όσο μπορεί να το κάνει ο αυτοβιογραφικός, ο εν μέρει, μυθοπλαστικός της «κουζίνας».

Οι μεταφράσεις

Επειδή τα ζητήματα που ανοίγει το βιβλίο είναι πολλά και θα άξιζε τον κόπο να γίνουν θέμα σεμιναρίου δεν θα προχωρήσω παραπέρα. Σημειώνω δύο τελευταία: το ένα είναι η εύστοχη επισήμανση ότι οι μεταφράσεις του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι από τον Αρη Αλεξάνδρου και τους άλλους της ίδιας εποχής έδωσαν έργα ουσιαστικά της ελληνικής λογοτεχνίας, τόσο αριστοτεχνική ήταν η μαστοριά των μεταφραστών τους. Και το δεύτερο είναι η αναφορά στη συμβολή του κριτικού αναγνώστη στην ολοκλήρωση, καμιά φορά και στη διαμόρφωση του έργου του. Πρόκειται για τη σύντροφό του, Αύρα Πανσελήνου, η οποία, κατά τον ίδιο, συμβάλλει πολλαπλώς στην τελική εικόνα των κειμένων του. Το ίδιο έχει πει και ο ομότεχνός του Τζον Φάουλς (H Ερωμένη του Γάλλου Υπολοχαγού, O Συλλέκτης, O Μάγος, κ.ά.) για τη δική του γυναίκα. Πόσοι τεχνίτες του διαμετρήματος των δύο παραπάνω έχουν γράψει κάτι τέτοιο είναι άλλο ζήτημα, αφού δεν δείχνει τίποτε για το έργο, αλλά για τον δημιουργό του.

* O Αντώνης Κωτίδης είναι καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.