ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας σοβαρός Λαζόπουλος

Αριστοφάνης: Αχαρνείς

Σκηνοθεσία: Βαγγ. Θεοδωρόπουλος

Θέατρο: Εθνικό

Αυτοί οι «Αχαρνείς» με τον Λάκη Λαζόπουλο στο ρόλο του Δικαιόπολη μου έφεραν στο μυαλό ένα περιστατικό από μια άλλη «κλασική» κι αυτή παράσταση πριν από περίπου δέκα – δεκαπέντε χρόνια. Ηταν η μπρεχτική «Οπερα της Πεντάρας» με μία φαντασμαγορική διανομή: ο Κώστας Καζάκος, η Πέμυ Ζούνη, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η Μελίνα Μποτέλη και -πάνω απ’ όλους σαν όνομα τουλάχιστον- ο Λάκης Λαζόπουλος ως Μακήθ. Η σκηνοθεσία ήταν ενός άλλου ογκόλιθου του καλλιτεχνικού στερεώματος: του Ζυλ Ντασσέν. Ηταν μια καλή παράσταση, όμως λίγο ο υπαινικτικός Μπρεχτ, λίγο η περίεργη για τα ελληνικά αυτιά καγχάζουσα μουσική του Κουρτ Βάιλ, δεν «κατέβαινε» ικανοποιητικά στην πλατεία.

Θυμάμαι, λοιπόν, δύο κυρίες που απ’ ό,τι σιγοψιθύριζαν πίσω μου δεν έδειχναν ιδιαίτερα ικανοποιημένες μετά την αρχή του έργου. «Μην ανησυχείς όμως, καλή μου. Οπου να ‘ναι θα βγει ο Λαζόπουλος και τότε να δεις τι γέλιο θα πέσει!» Ομως ο μαχαιροβγάλτης Μακήθ δεν είναι βέβαια ρόλος κωμικός. Αλλά ούτε και ο Δικαιόπολης ανήκει στους ιδιαίτερα κωμικούς αριστοφανικούς ήρωες, όπως είναι λ.χ. ο Τρυγαίος στην Ειρήνη, ο Πεισθέταιρος στους Ορνιθες, η Πραξαγόρα στις Εκκλησιάζουσες ή ο Αγοράκριτος στους Ιππείς. Ο συμπαθής και ευφυέστατος γεωργός, Δικαιόπολης που καταστρέφεται από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και δυσανασχετεί με τη δυσλειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας ενδιαφέρεται μονάχα για το τομάρι του και για τίποτα άλλο. Διαφέρει δηλαδή σημαντικά από τον ιδεαλιστή Τρυγαίο της Ειρήνης. Η ατομικιστική ειρήνη που κλείνει ο κεντρικός ήρωας στην κωμωδία αυτή είναι, όπως λέει, μόνο: «για μένα, τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου και τη φιλενάδα μου». Είναι δηλαδή εδραιωμένη στον απόλυτο εγωισμό. Στο έργο αυτό οι ευκαιρίες που δίνονται στον χαρακτήρα του Δικαιόπολη ώστε να «βγάλει γέλιο» είναι ελάχιστες. Και ο Λαζόπουλος λειτούργησε εδώ κωμικά κυρίως από μια κεκτημένη ταχύτητα. Οχι αναγκαστικά δική του, αλλά του κοινού το οποίο δείχνει να πιστεύει στην εξίσωση Λαζόπουλος=κωμωδία.

Μέτρο και γνώση

Καλή ώρα όπως σχολίαζαν κι οι δύο καλές κυρίες πίσω μου τότε στην «Οπερα της Πεντάρας». Ομως αυτός ο μάλλον δύσκολος Αριστοφάνης υπήρξε μία από τις ευτυχέστερες στιγμές ενός «σοβαρού» και απλώς χαμογελαστού Λάκη Λαζόπουλου, ο οποίος έφτιαξε έναν ολοκληρωμένο στις λεπτομέρειές του χαρακτήρα. Ενας Δικαιόπολης ο οποίος δεν ενοχλεί διόλου για τον φιλοτομαρισμό του. Αντίθετα θεμελιώνει τη στάση του αυτή χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά το κείμενο, ειδικά όταν ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να διαστρέφει -α λα Ευριπίδη- την αλήθεια με δόλια σοφίσματα. Εδώ -δηλαδή στη σκηνή του Δικαιόπολη με τον Ευριπίδη, τον οποίο ο συντηρητικός Αριστοφάνης δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα θεωρώντας τον υπερβολικά μοντέρνο!- βοήθησε ασφαλώς ιδιαίτερα και η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα.

Ούτε, λοιπόν, το κείμενο αλλά ούτε και η «κόσμια» και καλόγουστη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου προσέφεραν σκόρπια τον συνήθη ξέχειλο ερωτισμό και την κοπρολογία, στοιχεία στα οποία -φευ!- καταφεύγουν τόσο επαναληπτικά όσοι σκηνοθέτες θέλουν να έχουν ένα άλλοθι για να σερβίρουν αυτά που θεωρούν εμπορικά και αβανταδόρικα. Κι όσο για τον Λάκη Λαζόπουλο λειτούργησε διπλά: τόσο κουβαλώντας την προηγούμενη φήμη του ως «σπαρταριστού κωμικού», όσο και ως ένας ριζοσπάστης ηθοποιός, ο οποίος καταπίνει τις πασίγνωστες ευκολίες του δουλεύοντας εδώ με μέτρο και -το κυριότερο- γνώση.

Τούτοι οι καρβουνιάρηδες «Αχαρνείς» του Εθνικού Θεάτρου ήταν από τις πλέον αξιοπρόσεχτες παραστάσεις του καλοκαιριού. Με καλύτερα τα πανέξυπνα κοστούμια του Αγγελου Μέντη με τις αναφορές τους στο θέατρο των σκιών, από τα καμπυλοζωγραφισμένα σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη, με μια ευχάριστα ρέουσα μελωδική μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, η οποία αποτόλμησε να σατιρίσει και τον Εθνικό Υμνο, με επίσης γενναίες δόσεις εφευρετικής σάτιρας στη χορογραφία της Αγγελικής Στελλάτου, με τη μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα που ακούστηκε στρωτά και κυρίως με μία αξιοπρεπέστατα συγκρατημένη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που δεν διεκδικούσε τα πρωτεία από τον συγγραφέα, οι Αχαρνείς μπορεί να μην έκαναν το κοινό να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια, όμως το έκαναν να φεύγει με μια αίσθηση ικανοποίησης.

Οι ερμηνείες

Μια σειρά ικανών ηθοποιών πραγματοποίησαν μικρά ρεσιτάλ ερμηνείας τύπων ο καθένας τους. Ο «αθάνατος» Αμφιθέας του Δημήτρη Πακσόγλου που πάει κι έρχεται στη Σπάρτη εν ριπή οφθαλμού «έβγαζε γέλιο», όπως άλλωστε και ο Δημήτρης Πιατάς ως Μεγαρίτης. Με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του ο Σωτήρης Τζεβελέκος (Θηβαίος) ήταν ένας προβλέψιμος τύπος. Κωμικά σχεδιασμένοι ήταν και οι τύποι του Ευριπίδη (Κώστας Γαλανάκης) του Λάμαχου (Λαέρτης Μαλκότσης) και μιας σειράς ακόμα νέων ηθοποιών που ξεχώρισαν με τις σύντομες παρουσίες τους (Θύμιος Κούκιος, Γιώργος Γιαννακάκος, Γιώργος Σμπυράκης, Γ. Μελισσάρης, Στράτος Χρήστου).

Γράφοντας την κωμωδία αυτή έξι χρόνια από την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου (425 π.Χ.) ο Αριστοφάνης εκμεταλλεύτηκε πολλά στοιχεία από την επικαιρότητα της εποχής του. Βλέποντας στις μέρες μας μερικά πολύ πρόσφατα γεγονότα, όπως την «προσωπική ειρήνη» που έκλεισε ο ισραηλινός πρωθυπουργός Σαρόν, και την αποχώρηση από τη Γάζα που προκάλεσε την οργή των σκληροπυρηνικών Ισραηλινών, δεν μπορεί κανείς να μην ξανασκεφτεί τον Αριστοφάνη. Ή ακόμα και τον Θουκυδίδη, όταν λέει ότι στις αρχές του πολέμου «…γίνονταν έντονες και βίαιες διαπραγματεύσεις και από τις δύο πλευρές. Αλλοι απαιτούσαν να βγουν από τον πόλεμο κι άλλοι αντιδρούσαν στην απαίτηση». Πόσο σημερινά πράγματα, κυρίως για τη μακροχρόνια διαμάχη Παλαιστινίων και Ισραηλινών! Στην περίπτωση της συγκεκριμένης κωμωδίας μας, οι Αχαρνείς -άραγε ως σημερινοί φανατικοί Εβραίοι;- κυνηγούν έξαλλοι τον Δικαιόπολη και θέλουν να τον τιμωρήσουν. Και τελικά μόνο ο μισός χορός πείθεται από την αγόρευση του Δικαιόπολη.