ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Τόσο νερό κι ερημιά και μοναξιά»

«Ηβάρκα συνέχιζε να διασχίζει εκείνη την αναβράζουσα ερημιά» κι ο κατάδικος πάσχιζε μόνο, χωρίς να σκέφτεται, «να διατηρήσει μόνο τη βάρκα άθικτη και να την κρατήσει στην επιφάνεια ανάμεσα στα σπίτια και τα δέντρα και τα ψόφια ζώα (τις ολόκληρες πόλεις, μαγαζιά, κατοικίες, πάρκα, αυλές υποστατικών, που σκιρτούσαν κι έπαιζαν ολόγυρά του σαν τα ψάρια)». Κάποια στιγμή θα σταματήσει σε ένα «μικρό χαμένο αραχνόποδο σπιτάκι […] στημένο μέσα σ’ εκείνη την παλλόμενη και άπειρη ερημιά, έγκλειστο και χαμένο στην άγρια αγκάλη της πλημμυρισμένης φοράδας γης και του επιβήτορα ήλιου».

Αυτές οι συγκλονιστικές εικόνες, που περιγράφουν, λες, την πρόσφατη τραγωδία της Νέας Ορλεάνης, ανήκουν στον Φώκνερ και στο βιβλίο του «Ο Γέρος», το οποίο εκδόθηκε το 1939 (μτφρ. Μαρία Γεωργουσοπούλου, εκδ. Το Ροδακιό). Είναι το μοναδικό αφήγημα στην αμερικανική λογοτεχνία, μαζί με τον Χώκμπερυ Φιν, «που αποδίδει την αίσθηση της δύναμης και του μυθικού όγκου του ποταμού» (Malcolm Cowley), ο οποίος διατρέχει την Yoknapatawpha. Αλλά και προλέγει με τον δικό του τρόπο, όπως αποδείχτηκε, την καταστροφή, χρησμοδοτεί ως προς τη μοίρα του Νότου: ο Φώκνερ σκηνοθετεί την παντοδυναμία της φύσης ανατρέποντας τις συνήθεις αφηγηματικές επιλογές του· μάλλον ανάγει δηλαδή τα πρόσωπα σε σημεία αναφοράς για το ποτάμι, παρά το αντίθετο. Τα πρόσωπα σμικρύνονται και η φύση μεγεθύνεται. Οι δραματικές του περιγραφές διαλέγονται με εκείνες που είδαμε τον τελευταίο καιρό στην τηλεόραση, αλλά και εκείνες που ποτέ δεν θα δούμε, γιατί τις πήραν μαζί τους εκείνοι που χάθηκαν. Και συντελούν στην ερμηνεία του προαναγγελθέντος θανάτου της Νέας Ορλεάνης – και της αλλοίωσης του αμερικανικού Νότου.

Η δύναμη του ποταμού

Στη συγκεκριμένη νουβέλα ο Φώκνερ αφηγείται την ιστορία ενός κατάδικου, έναν από τους πολλούς φυλακισμένους που επιστρατεύτηκαν στη μάχη ενάντια στην οργή του Γέρου, όπως χαϊδευτικά αποκαλούν τον ποταμό οι μαύροι, την άνοιξη του 1927, τόσο πριν όσο και μετά την κατάρρευση των αναχωμάτων – όταν δηλαδή είχαν πλημμυρίσει πάνω από 175.000 στρέμματα γης. Παλεύει με το ποτάμι για να σώσει τη ζωή του και να εκτελέσει την αποστολή του, να σώσει δηλαδή μια έγκυο γυναίκα, που στην πορεία γεννάει, και άλλον έναν άντρα, τον οποίο όμως δεν συναντά ποτέ. Το ποτάμι είναι σαν τη μοίρα του κατάδικου – διασώστη, ανήμερο, ανηλεές. Η ορμητική του πορεία είναι προαποφασισμένη σε έναν συμπαντικό σχεδιασμό, ανάλογο με αυτόν που προκαθορίζει τη ζωή του κατάδικου. Συγχωνεύοντας τις τρεις πορείες, του μανιασμένου ποταμού, του βίου του ήρωα και της ίδιας της αφήγησης, ο Φώκνερ εξεικονίζει με απαράμιλλη δύναμη τον ποταμό και τους κατοίκους του. Και τονίζει το αυτονόητο: ότι η φύση, το νερό εν προκειμένω, ορίζει τον άνθρωπο, και όχι το αντίθετο.

Κάποια στιγμή, διαπλέοντας τον μαινόμενο Μισισιπή, ο κατάδικος σκέφτεται αυτό που δεν σκέφτηκαν επί δεκαετίες όλοι οι Αμερικανοί ιθύνοντες: «ότι η τωρινή κατάσταση του νερού δεν ήταν μόνο φαινόμενο κάθε δεκαετίας, αλλά ότι τα ενδιάμεσα χρόνια, που στο πέρασμά τους εκείνο δεχόταν να σηκώσει στη γαλήνια και νυσταλέα αγκάλη του τις εύθραυστες μηχανές της αδέξιας ανθρώπινης επινόησης, αποτελούσαν το φαινόμενο, ενώ η τωρινή του κατάσταση τον κανόνα και ο Ποταμός έκανε τώρα αυτό που του άρεσε να κάνει, περίμενα υπομονετικά δέκα χρόνια για να το κάνει, όπως το μουλάρι που θα σου δουλέψει δέκα χρόνια για το προνόμιο να σε κλοτσήσει μια φορά».

Βορράς και Νότος

Κάποιοι εμπειρογνώμονες κάνουν λόγο σήμερα για «προσβολή στη φύση», κάποιοι άλλοι χαρακτηρίζουν την πόλη μια «παγίδα θανάτου», ικανή να συμπαρασύρει στο θάνατο και τις επόμενες γενιές. Πρώτες βούλιαξαν οι συνοικίες των πιο φτωχών από τους φτωχούς, που είναι χτισμένες πολύ κάτω από το επίπεδο της θάλασσας. Αυτοί οι φτωχοί, όπως τότε, «τυχαίνει» να είναι μαύροι. Οπως και τότε, οι μαύροι δεν μεταφέρθηκαν, τα έκτροπα δεν αποφεύχθηκαν. Η λογοτεχνία είχε προείδει την ύβρη.

Το 1927, οι μισοί τουλάχιστον μαύροι κάτοικοι της Γκρίνβιλ πήραν των ομματιών τους προς το Βορρά και ο Νότος αναγκαστικά ανασχεδιάστηκε. Σήμερα, το μέλλον είναι άδηλο. Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι η Νέα Ορλεάνη μπορεί να μην είναι ποτέ ξανά, ή τουλάχιστον εκεί και με τον τρόπο που ήταν. O Νότος, ο βαθύς, φωκνερικός Νότος αιωρείται στην κορυφή του κύματος. Που κουβαλάει μαζί του τα συντρίμμια ενός κόσμου και μιας εποχής.

Οι άστεγοι

«Οταν έφτασαν στην κορυφή του αναχώματος είδαν τη μακριά σειρά τα χακί αντίσκηνα διάσπαρτα με φωτιές, γύρω τους άνθρωποι -άντρες, γυναίκες και παιδιά, Νέγροι και λευκοί- κάθονταν στη γη ή έστεκαν ανάμεσα σε άμορφους μπόγους από ρούχα, τα κεφάλια τους να στρίβουν, οι βολβοί των ματιών τους να γυαλίζουν στη λάμψη της φωτιάς…». Ο ήχος του Μισισιπή είναι ένα «βαθύ ψιθύρισμα, σκοτεινό, σκληρό και ισχυρό», γιατί ο Γέρος «δεν χρειάζεται δα και να κοκορεύεται». Εχει απόλυτη επίγνωση της παντοδυναμίας του. «Η ψηλοκρεμαστή όχθη πάνω από τα κεφάλια τους ήταν σχεδόν πνιγμένη στα αντίσκηνα και πάλι οι άνθρωποι ήταν περισσότεροι από τη στέγη που υπήρχε γι’ αυτούς· κάθονταν ή κείτονταν, ένας ένας και οικογενειακά, κάτω απ’ οποιαδήποτε στέγη μπορούσαν να βρουν, ή κάποτε και μες στη βροχή, μες στο μικρό θάνατο της βαθιάς εξάντλησης, ενώ οι γιατροί και οι νοσοκόμες και οι φαντάροι περνούσαν από πάνω και γύρω και ανάμεσά τους».

Μαύροι και λευκοί

Μιλάει ένας λευκός: «Καθόμανε πάνω σ’ εκείνη τη γαμημένη την αποθήκη και περίμενα να κρεπάρει από στιγμή σε στιγμή. Εβλεπα τη λάντζα και τις βάρκες να έρχονται μα ποτέ δεν είχανε θέση για μένα. Ηταν φίσκα στους βρωμοαράπηδες κι ένας από δαύτους καθόταν εκεί χάμου κι έπαιζε κιθάρα μα θέση για μένα δεν είχαν. Κιθάρα! Φώναξε· […] Για την κιθάρα του βρωμοαράπη είχανε τόπο, μα για μένα όχι». Ο διασώστης έχει πια παρασυρθεί από τα νερά και βρίσκεται σε ένα κανάλι «όπου μπορεί μέχρι εκείνη την ημέρα να μην είχε κυλήσει κανένα ρεύμα από την εποχή της παλιάς υπόγειας αγανάχτησης που είχε δημιουργήσει τη χώρα». Κάτω από τα νερά ωστόσο δεν κυλάει το ποτάμι, τα δέντρα κι ο ουρανός είναι «στερεωμένα και σιγουρεμένα μέσα σε κάτι». Είναι η «σφιχτή γη, στερεωμένη και καλουπωμένη γερά και τσιμενταρισμένη και ασάλευτη για πάντα από γενιές ολόκληρες επίπονης σκλαβιάς».

Μετά την πλημμύρα

Μετά την πλημμύρα, υπήρχε πλέον μόνο μια «μοναδική εντελώς επίπεδη και ακίνητη επιφάνεια στο χρώμα του ατσαλιού πάνω στην οποία οι τηλεφωνικοί στύλοι και οι ευθύγραμμοι φράχτες που χρησίμευαν για διαχωριστικές γραμμές έμοιαζαν στερεωμένοι κι αλύγιστοι λες κι είχαν δέσει μέσα σε σκυρόδεμα. […] Φαινόταν όχι αθώα, αλλά ήπια. Φαινόταν σχεδόν ακατάδεχτη. […] Λες και το ίδιο το νερό είχε χωριστεί σε τρία στρώματα, ξεχωριστά και ευδιάκριτα, η ήπια και νωθρή επιφάνεια με το γλιτσερό αφρό κι ένα ξέβρασμα σε μικρογραφία από κλαδιά και αποκοσκινίδια, σαν από διεστραμμένο υπολογισμό, η ορμή και η μανία της ίδιας της πλημμύρας και, κάτω από αυτή, με τη σειρά της, η αρχική, λιγοστάλαχτη ροή, να μουρμουρίζει κυλώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, ακολουθώντας ανενόχλητη και δίχως να έχει συναίσθηση της καθορισμένης κοίτης της και υπηρετώντας το λιλιπούτειο σκοπό της σαν τη γραμμή από τα μυρμήγκια ανάμεσα στις σιδηροδρομικές ράγες απ’ όπου περνάει μια ταχεία, εκείνα (τα μυρμήγκια) τόση συναίσθηση της δύναμης και της μανίας έχουν όση ενός κυκλώνα που σαρώνει τον Κρόνο».

Οι άνθρωποι κάνουν ό,τι μπορούν. «Το νερό είχε φτάσει μέχρι τα περβάζια των παραθύρων. Μια γυναίκα που σφιχταγκάλιαζε δυο παιδιά κουκούβιζε πάνω στο δοκάρι της στέγης, ένας άντρας κι ένας νεαρός μετρίου αναστήματος, ώς τη μέση στο νερό, πάσχιζαν να σηκώσουν ένα γουρούνι που έγρουζε μέχρι τη γερτή στέγη ενός αχυρώνα, πάνω στο δοκάρι της οποίας κούρνιαζαν στη σειρά κάμποσα κοτόπουλα κι ένας διάνος». «Δυο ώρες αργότερα, μες στο σύθαμπο, είδαν από τα παράθυρα που τα ξέπλενε η βροχή μια φλεγόμενη αγροικία. Δίπλα στο πουθενά, και μη γειτονεύοντας με τίποτα, έστεκε μια ζωηρή σταθερή όμοια με πυρά φλόγα που ολόρθη έφευγε μακριά από το ίδιο της το είδωλο καίγοντας μες στο δειλινό πάνω από την υδάτινη ερημία με μια ιδιότητα παράδοξη, εξωφρενική και αλλόκοτη».