ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H πολιτική της κουλτούρας στην εποχή μας

Τέρυ Ηγκλετον: «H έννοια της κουλτούρας». Μετάφραση – επίμετρο: Ηλίας Μαγκλίνης. Επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Εισαγωγή: Δημήτρης Τζιόβας. Εκδόσεις «Πόλις», 2003, σελ. 230.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται μια «πολιτισμική στροφή», δηλαδή η ανάδειξη της κουλτούρας σε επίμαχο ζήτημα, όχι απλώς στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά ευρύτερα στον δημόσιο βίο. Ιστορικά, τα κινήματα των μαύρων, των γυναικών και των ομοφυλόφιλων στη Δύση, καθώς και πολλά εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα κυρίως στις πρώην αποικίες, διεκδίκησαν τα δικαιώματα και την ανεξαρτησία τους στο όνομα της ιδιαίτερης πολιτισμικής τους ταυτότητας.

Στην εποχή μας όμως η πολιτική σημασία της κουλτούρας έχει επιταθεί. H εθνοτική, φυλετική, σεξουαλική και άλλες επιμέρους ταυτότητες αποτελούν πλέον πεδίο πολιτικής σύγκρουσης και διαμάχης σε βάρος μιας πιο παραδοσιακής πολιτικής συνείδησης, η οποία εστίαζε στους μηχανισμούς του έθνους – κράτους και την ταξική διαστρωμάτωση. Επιπλέον, η αναγόρευση της κουλτούρας σε κατ’ εξοχήν πλαίσιο διαμόρφωσης μιας ταυτότητας σήμερα, υποθάλπεται παράλληλα από την κατίσχυση του κόσμου της διαφήμισης και των μέσων μαζικής επικοινωνίας στη δημόσια σφαίρα και στην άσκηση πολιτικής.

Ο Τέρυ Ηγκλετον, από τους πλέον εξέχοντες σύγχρονους θεωρητικούς παγκοσμίως, αναλαμβάνει εδώ να αποτιμήσει την τρέχουσα σπουδαιότητα της κουλτούρας και να αποσαφηνίσει αυτήν τη σύνθετη έννοια στην ιστορική της διαδρομή. H ελληνική έκδοση του μελετήματος συμπληρώνεται από την περιεκτική εισαγωγή του Δημήτρη Τζιόβα και τις εξαντλητικές σημειώσεις και το επίμετρο του μεταφραστή Ηλία Μαγκλίνη. Ποιο είναι όμως το κεντρικό επιχείρημα του Ηγκλετον;

Είναι προφανές ότι έχει υποσκελιστεί η παραδοσιακή «ουμανιστική» σύλληψη της κουλτούρας ως αισθητικής παιδείας ή καλλιέργειας, που περιλάμβανε «ό,τι καλύτερο έχει σκεφτεί να γράψει ο άνθρωπος» κατά τη ρήση του Μάθιου Αρνολντ. Επίσης, έχει υποχωρήσει η σημασία που της προσέδωσαν οι Γερμανοί ρομαντικοί, ως κριτικής δύναμης και ουτοπικού οράματος, η οποία, όπως και ο ορισμός της ως παιδείας, βρίσκει έκφραση και υπόδειγμα στην υψηλή τέχνη και τα Γράμματα.

Αυτές οι εννοιολογήσεις της κουλτούρας, που ήταν σαφώς αξιολογικά φορτισμένες, στον εικοστό αιώνα έδωσαν τη θέση τους σε μια «ανθρωπολογική» θεώρηση της κουλτούρας, η οποία διεύρυνε τον ορισμό της από μέτρο αισθητικής τελειότητας και του κοινωνικά ευκταίου σε «τρόπο ζωής», που βιώνεται ατομικά και συλλογικά στο επίπεδο μιας συγκεκριμένης καθημερινότητας. Οπως εύστοχα παρατηρεί ο Ηγκλετον, έχει συντελεσθεί μια μετάβαση από την κουλτούρα ως αξία στην κουλτούρα ως γεγονός. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι, από τον Λεβί-Στρως στον Κλίφορντ Γκιρτζ, ορίζουν την κουλτούρα ως δίκτυα σημείων ή κώδικες επικοινωνίας, που δεν περιλαμβάνουν μόνο περίπλοκες συμβολικές κατασκευές, όπως η γλώσσα και η λογοτεχνία, αλλά και τις συγγενικές σχέσεις μιας συγκεκριμένης ομάδας, τους κοινωνικούς ρόλους, το φαγητό, τις χειρονομίες και γενικότερα κάθε έκφανση της καθημερινής πραγματικότητας και της αλληλόδρασης μεταξύ των ανθρώπων μέσα και έξω από την ομάδα.

Η εδραίωση της ανθρωπολογικής προσέγγισης της κουλτούρας είχε μια σειρά από αξιόλογες συνέπειες. Κατ’ αρχήν, κατέρριψε την ουσιαστικά σοβινιστική προκατάληψη περί ανωτερότητας της εκσυγχρονισμένης δυτικής κουλτούρας, έναντι της παράδοσης των «πρωτόγονων» κοινωνιών. Επειτα κατήργησε τα διαχωριστικά όρια μεταξύ υψηλής και «λαϊκής» κουλτούρας, που ίσχυαν εντός των δυτικών κοινωνιών. Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη σύλληψή της ως χώρου πέραν της πολιτικής, η κουλτούρα έτσι αναδείχθηκε σε σημαίνον πολιτικό πεδίο. Καθημερινές πρακτικές και «λαϊκές» πολιτισμικές μορφές, όπως η μόδα και η μουσική ποπ, τώρα εκλαμβάνονται τόσο ως προϊόντα και φορείς, όσο, αντίστροφα, και ως τόποι αντίστασης στην κρατούσα ιδεολογία.

Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον ότι ο Ηγκλετον προειδοποιεί για τους κινδύνους της κυριαρχίας της «κουλτούρας» στη σημερινή κοινωνία και θεωρητική σκέψη. Υποστηρίζει ότι η έννοια της κουλτούρας έχει υπερεξειδικευθεί, «αντανακλώντας παθητικά την αποσπασματικότητα της σύγχρονης ζωής, δίχως να προσπαθεί να τη βελτιώσει όπως θα ίσχυε σε μια πιο κλασική έννοια της κουλτούρας». Κατά τον Ηγκλετον, εκτός του ότι εμφορείται από άκρατο σχετικισμό, η ανθρωπολογική προσέγγιση της κουλτούρας έχει οδηγήσει επίσης σε απερίσκεπτο λαϊκισμό, που συνάδουν εξίσου με την πρόσφατη επικράτηση του μεταμοντερνισμού θεωρητικά και πολιτισμικά.

Πράγματι, η κρίση των αξιολογικών κριτηρίων που έχει σημειωθεί τελευταία και εκλαμβάνεται ως σύμπτωμα εκδημοκρατισμού, βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ύφεση της ιδεολογικής ισχύος του έθνους – κράτους και την επικυριαρχία των νόμων της αγοράς. Για παράδειγμα, το εμπορευματοποιημένο σήμερα τείνει να δικαιώνεται ακριβώς επειδή είναι μαζικό, δηλαδή καταναλώνεται από τον «κόσμο». Παράλληλα, η σύγχρονη μετατροπή της πολιτικής σε θέαμα και η ταυτόχρονη μετατροπή της κουλτούρας σε μέσον παραγωγής κέρδους κερδίζουν έδαφος σε ένα τοπίο, όπου το βασικό διακύβευμα δεν είναι η ανεργία και ο πόλεμος, αλλά ο πολιτισμικός πλουραλισμός σχετικιστικού τύπου, ο οποίος, όπως επισημαίνει ο Ηγκλετον, καταλήγει να συγγενεύει με τον ολοκληρωτισμό. Αντίθετα, ο Ηγκλετον επικαλείται την πρόταση του Βρετανού κριτικού Ρέιμοντ Γουίλιαμς, για το ιδανικό μιας «κοινής» αλλά διόλου ενιαίας κουλτούρας, η οποία θα βασιζόταν σε ενεργό και ίση συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση και τις συνεχείς μεταφορφώσεις της. Στον αδιέξοδο μετεωρισμό μεταξύ μιας «κενής οικουμενικότητας» και μιας «τυφλής εντοπιότητας», που προάγεται από την ισχύουσα «πολιτική της κουλτούρας», ο Ηγκλετον εν τέλει αντιτείνει μια κουλτούρα αλληλεγγύης και την επιστροφή στην «κουλτούρα της πολιτικής».

* H Αγγελική Σπυροπούλου διδάσκει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.