ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Παλιάτσοι» στο Ηρώδειο από τον Φράνκο Τζεφιρέλι

Είναι η μεγαλύτερη παραγωγή που έχει αναλάβει στα 50 χρόνια της ιστορίας του το Φεστιβάλ Αθηνών. Οι «Παλιάτσοι», η όπερα του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο, ανεβαίνει στις 24, 25 και 26 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι και με διεθνές καστ που ξεπερνά τα 200 άτομα επί σκηνής. Τους κεντρικούς ρόλους υποδύονται οι Alberto Cupido, Veronica Villarroel, Ko Seng Hyoun, Mark Milhofer, Luca Salsi, ενώ στην παράσταση συμμετέχουν η Ορχήστρα και η Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό τη διεύθυνση του Μασιμιλιάνο Στεφανέλι.

Ιεροσυλία

Οι τρεις παραστάσεις του Ηρωδείου έχουν πλούσιο παρασκήνιο, όπως εξήγησε ο ίδιο ο Φράνκο Τζεφιρέλι. «Ολα ξεκίνησαν όταν στο πλαίσιο μιας απόφασης συνεργασίας μεταξύ του θεάτρου των Συρακουσών και του Ελληνικού Φεστιβάλ θελήσαμε να ανεβάσουμε τη Μήδεια στη Σικελία. Λέτε ότι οι Ελληνες είναι όλο λόγια αλλά οι Ιταλοί είναι ακόμα χειρότεροι», είπε με το γνωστό του χιούμορ ο Ιταλός δημιουργός. Και συνέχισε: «Δεν έγινε τελικά τίποτα κι αρχίσαμε να σκεφτόμαστε μήπως μεταφέρουμε τη Μήδεια στο Ηρώδειο. Αλλά η ιδέα δεν με ενθουσίαζε. Αντίθετα, ήθελα να κάνω κάτι πιο προκλητικό, ένα είδος ιεροσυλίας: να παρουσιάσω ένα έργο με ανθρώπους του περιθωρίου που θα λάμψουν στα αρχαία μάρμαρα». Κι έτσι προέκυψαν οι «Παλιάτσοι» του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο ο οποίος ισχυριζόταν ότι η πλοκή του έργου βασιζόταν σε αληθινά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην Καλαβρία όταν ήταν παιδί, τη δε υπόθεση είχε εκδικάσει ο πατέρας του Βιντσέντσο, ο οποίος ήταν δικαστής εκεί».

Για τον Φράνκο Τζεφιρέλι, η «ιεροσυλία»  στην οποία αναφέρθηκε δεν ήταν μόνο ένα εύρημα της στιγμής. Οπως θυμήθηκε στην χθεσινή συνέντευξη Τύπου,

μεταπολεμικά, σε όλα τα καταπληκτικά αρχαία ερείπια της Ρώμης, προτού αρχίσουν οι αποκαταστάσεις, ζούσαν οι απόκληροι της ζωής, πόρνες ναρκομανείς, ζητιάνοι, φτιάχνοντας ένα γραφικό και τραγικό περιβάλλον. «Το σκεφτόμασταν συχνά με τον Φελίνι ως σκηνικό και στο Ηρώδειο προσπαθώ να αναβιώσω ακριβώς αυτές τις μνήμες. Αλλά πρέπει να σας πω ότι το έργο αυτό είναι γεμάτο από την αισιοδοξία της μουσικής, ένα αποκορύφωμα του βερισμού. Κι έτσι αποδίδεται το περιθώριο αυτού του κόσμου που ζει μέσα στο όνειρο ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο».