ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι φορεσιές και οι εποχές

Οπως κάθε τι άλλο, τα ρούχα δείχνουν τον καιρό τους. Οχι καθρεφτίζουν τον καιρό τους, αλλά εξηγούν τον καιρό τους. Πόσα μπορεί κανείς να καταλάβει για την οικονομία, την κοινωνία, ακόμη και την πολιτική, κοιτάζοντας τη ροή και τη διαδοχή στις μόδες. Και προς τα πού βαδίζει το μέλλον. O Φίλιπ Μάνσελ στο βιβλίο του «H φορεσιά της εξουσίας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Γιέιλ, 237 σελ., 19,95 στερλίνες), τονίζει κάπου ότι η Επανάσταση του 1789 απεχθανόταν τα κόκκινα τακούνια και τα μετάξια του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και των αυλικών του, όχι γιατί σήμαιναν προνόμια, αλλά γιατί ήταν εκτός μόδας μέσα σ’ έναν κόσμο όπου η εξουσία είχε φορέσει μάλλινο σακάκι (το φράκο) ή στρατιωτική στολή.

Κύρος και ταυτότητα

Τέτοια και πολλά παρόμοια παραστατικά και εύγλωττα στοιχεία της ιστορίας των μικροπραγμάτων και της ζωής των ανθρώπων που διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από την εξέλιξη, προσφέρει το βιβλίο αυτό. Οπως π.χ. ότι στη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι άνθρωποι με λεφτά προερχόμενα από την τράπεζα, το χρηματιστήριο ή τη γη, ειδικά την αμερικανική γη, απέρριψαν το μεταξωτό για χάρη του μάλλινου υφάσματος απ’ όπου προήλθε το σύγχρονο κοστούμι. Και ακόμη, ότι στη Σουηδία, την Πρωσσία, τη Ρωσία, την Αυστρία και τη Βρετανία στον στρατό τους, η στολή τυποποιούσε και ταυτόχρονα εξύψωνε τον στρατιώτη με τη «βασιλική ενδυμασία», που γρήγορα υιοθέτησαν και οι πραγματικοί μονάρχες αν και όχι οι Βουρβώνοι. H στολή του Φρειδερίκου του Μέγα ήταν λεκιασμένη με καπνό και φαγωμένη στους αγκώνες, όπως αργότερα του Στάλιν. H δεσποτεία χρειάζεται ανθρώπινη στολή.

Ο Μπαλζάκ έχει γράψει ότι η Γαλλική Επανάσταση ήταν η σύγκρουση του μεταξιού με το μαλλί, αλλά ο τελικός νικητής ήταν το χρυσό σιρίτι. O Ναπολέων προκειμένου να αναπτερώσει το ηθικό ενός στρατού, ενός κράτους, αλλά και των προσαρτημένων χωρών, επέβλεψε προσωπικά τη δημιουργία μιας ομοιόμορφης φορεσιάς για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αυτά ήταν και από τα πράγματα που κληροδότησε στο μέλλον, αφού η πρακτική του έγινε αντικείμενο μίμησης μετά τη Σύνοδο της Βιέννης.

Πολιτικά ρούχα για το Δημόσιο προτίμησε η Αγγλία και η Αμερική, αν και η δεύτερη τα τροποποίησε εισάγοντας τη στολή για τους φύλακες των πάρκων· και στην Αγγλία, για μελοδραματικούς λόγους περισσότερο, οι βασιλείς μπορούσαν ενίοτε να καταχρώνται το σκωτσέζικο «κιλτ», οπωσδήποτε σκεπάζοντας τα γόνατα, γεγονός αξιογέλαστο για τους Σκωτσέζους.

Στο πανόραμα που φιλοτεχνεί ο Μάντελ, από το 1840 ώς το 1914, είναι διασκεδαστικό να βλέπει κανείς μονάρχες και ανώτατους στρατιωτικούς να καμαρώνουν σαν φασιανοί μέσα στις επίχρυσες στολές τους, τον Κάιζερ Γουλιέλμο B΄ να ντύνεται σαν τον Νέλσονα και τον Φραγκίσκο Ιωσήφ της Αυστροουγγαρίας να ταυτίζεται με τους ηθοποιούς, γιατί εξίσου γρήγορα με τους ηγεμόνες αλλάζουν ρούχα και φτιασίδια. Πιο κάτω όμως στην κοινωνική κλίμακα, η φορεσιά δεν σήμαινε μόνο κύρος, αλλά και ταυτότητα. Οι εργαζόμενοι στις νέες εταιρείες ταχυδρομείου και μεταφορών, τα σχολιαρόπαιδα και οι φοιτητές φορούσαν στολές, από τον Ατλαντικό Ωκεανό ώς τη Σιβηρία. Και στην Ιαπωνία, αφ’ ότου ανοίχτηκε στον έξω κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 1860. Ηταν οι εποχές που οι αυτοκράτορες εκσυγχρονίζονταν από τους ράφτες τους· ο οθωμανός σουλτάνος απέρριψε το ωραίο του καφτάνι και το τουρμπάνι του. Και, όπως γράφει η Βερόνικα Χόριγουελ στην «Γκάρντιαν», εφευρέθηκαν και στολές αντιμιλιταριστικές. O φιλελεύθερος αρχιδούκας των Αψβούργων, Γιόχαν, φώλιασε στις Αλπεις, όπου άρχισε να κατασκευάζει εναλλακτικές στολές, το κυνηγετικό σακάκι και τα «λεντερχόζεν», τα πέτσινα εκείνα κοντά παντελονάκια, που αργότερα χρησιμοποιήθηκαν για εθνικιστικούς λόγους. Οι πιστοί οπαδοί του Γαριβάλδη με τα κόκκινα πουκάμισά τους (που ο Γαριβάλδης είχε μάλλον δανειστεί από εργάτες σφαγείων στην Αργεντινή) ήταν πλέον εύκολος στόχος για τους παλιούς συντρόφους τους, οι οποίοι είχαν φορέσει τη γαλάζια στολή των νικηφόρων στρατευμάτων του βασιλιά Βιτόρε Εμμανουέλε B΄. Αλλά το μονόχρωμο ρούχο του Γαριβάλδη ως πολιτικό σύμβολο έγινε το ένδυμα της εξουσίας του 20ού αιώνα. Οχι, όμως, όπως θα το ήθελε εκείνος. Ηταν τα εκατομμύρια οι μελανοχίτωνες ή οι φαιοχίτωνες, που παρέλαυναν προς δόξα του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Και ο Μάνσελ έχει οξύτατη όραση ως προς τα σύμβολα τα σημαινόμενα· στην περίπτωση του Μπιν Λάντεν, π.χ., η φορεσιά με την οποία τον βλέπουμε στις εικόνες της τηλεόρασης, είναι άσπρος μανδύας και μπαντάνα που σημαίνουν την καθαρότητα με από πάνω ένα τζάκετ του αμερικανικού στρατού, το οποίο συμβολίζει τη δύναμη, την αποτελεσματικότητα και την τεχνολογία.

Στυλ και δόξα

Οι ιστορίες όμως με τους μονάρχες παραμένουν διασκεδαστικές, ιδίως όταν προσπαθούν στη νεότητά τους να δημιουργήσουν μόδες. H αυτοκράτειρα Ευγενία της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας και η Ελισάβετ της Αυστρίας προώθησαν τον ράφτη και ενδυματολόγο Τσαρλς Γουέρθ, ο οποίος έντυνε με τα σύνολά του όχι μόνο φιλικούς αλλά και αντιπάλους μεταξύ των οίκων, μέχρι τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρωταγωνιστεί και σ’ ένα άλλο πρόσφατο επί του θέματος βιβλίο το «Στυλ και δόξα» της Αννας Κγιέλμπεργκ και της Σούλαν Νορθ (εκδ. του Μουσείου Αλβέρτου και Βικτωρίας, 112 σελ., 30 στερλίνες), όπου ξετυλίγεται η ζωή της βασίλισσας της Νορβηγίας Μοντ. Γεννημένη το 1869, η Μοντ είχε τις σημαντικές διαστάσεις ενός σημερινού μοντέλου της μόδας και τη δική του ακμή· με το πέρασμα του χρόνου φαινόταν όλο και νεότερη και πιο σφριγηλή, όπως δείχνουν τα φορέματά της, από τα πρώτα του 1896 έως τις τελευταίες της αγορές το 1938. Τότε, ο κόσμος, οι καιροί, η μόδα ήταν εντελώς διαφορετικοί απ’ ό,τι 40 χρόνια πριν. Τουλάχιστον στα φορέματα, που γίνονταν όλο και πιο ελαφρά όσο βάραιναν το κλίμα και ο καιρός στην Ευρώπη, παραμονή του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου.