ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κιμ Κι Ντουκ: H ζωή είναι χάος

«Με λένε Κιμ Κι Ντουκ και είμαι σκηνοθέτης από την Κορέα». O πιο προικισμένος προσκαλεσμένος του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας και μεγάλη σκηνοθετική υπογραφή της ασιατικής σχολής συστήθηκε στους Ελληνες δημοσιογράφους με τη συστολή πρωτοεμφανιζόμενου. O δημιουργός της ταινίας «Ανοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, και πάλι… άνοιξη» είναι ένας σεμνός και ανεπιτήδευτος 45άρης που φαίνεται πολύ μικρότερος στην ηλικία κι ο οποίος προσπαθεί ακόμα να καταλάβει γιατί είναι τόσο αγαπητός στην Ελλάδα και στη Φινλανδία… Από προχθές προλογίζει τις ταινίες του στο αφιέρωμα του αθηναϊκού φεστιβάλ και απόψε στον «Δαναό» θα λάβει από τα χέρια του Θόδωρου Αγγελόπουλου την τιμητική «Χρυσή Αθηνά». Στη χθεσινή συνάντησή του με τους εκπροσώπους του ελληνικού Τύπου μίλησε για τα περισσότερα θέματα που τον απασχολούν στις ταινίες του.

Για τη θρησκεία. «Μεγάλωσα σε μία χώρα όπου ο βουδισμός είναι μέσα στη ζωή των ανθρώπων. Είναι φυσικό, λοιπόν, να έχω επηρεαστεί αρκετά. Την ίδια στιγμή στην Κορέα ζουν περίπου 10 εκατομμύρια προτεστάντες, επομένως είχα πάντα επαφές και με τον χριστιανισμό. Πριν από λίγα χρόνια έγινα χριστιανός. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πως είμαι θρήσκος. Για μια περίοδο της ζωής μου υπήρξα πολύ αφοσιωμένος στον Θεό. Σήμερα δεν μπορώ να πω πως είμαι αδιάφορος, απλά δεν έχω τον ζήλο παλαιότερων χρόνων. H ταινία «Ανοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, και πάλι… άνοιξη» έχει μία δομή θρησκευτικού περιεχομένου. Το περιεχόμενο δεν είναι αποτέλεσμα έρευνας πάνω στη διδασκαλία του Βούδα. Ως Κορεάτης έχω ενσωματώσει στοιχεία από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία. Αλλά δεν είναι μία βουδιστική ταινία, θα έλεγα περισσότερο ότι είναι ένα φιλμ για τη ζωή. Αυτό, λοιπόν, που μ’ ενδιαφέρει είναι η αρμονία του ανθρώπου και της φύσης στον κόσμο».

Για τη βία. «Δεν αγαπάω τη βία, δεν καταφεύγω προσωπικά σ’ αυτήν, είμαι εναντίον της. Υπήρξα θύμα της, έχω κακές μνήμες μέσα στην καρδιά μου, δεν την αντέχω. Παρ’ όλα αυτά τη χρησιμοποιώ ως στοιχείο της ανθρώπινης έκφρασης γιατί η ίδια η κίνηση της βίας εμπεριέχει το πάθος. H βία είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου, έστω κι αν δεν είναι επιθυμητή. Δεν κάνω βία για να την τονίσω. Εκφράζω ένα στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας, τίποτα παραπάνω. Ελπίζω σταδιακά να εξαλειφθεί έτσι ώστε να μην την βλέπετε ούτε στις ταινίες μου».

Για τη σιωπή. «H απουσία ομιλίας μάς φέρνει σε επαφή με τη βαθύτερη ουσία της πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, πρέπει να ομολογήσω πως υπάρχουν και τεχνικά προβλήματα. Τα κορεάτικα είναι τόσο δύσκολα μερικές φορές που δεν μεταφράζονται»…

Για την πορνεία. «Στη ζωή πολλοί άνθρωποι κάνουν πολλά επαγγέλματα, επιλέγουν διαφορετικούς τρόπους ζωής. Λίγοι άνθρωποι με τους οποίους δεν έχουμε επαφή βιώνουν τον καθημερινό φόβο, την ανασφάλεια, την ντροπή, το αβέβαιο μέλλον. Σ’ αυτούς ειδικά τους ανθρώπους υπάρχει κάποια, άγνωστη σ’ εμάς, ενέργεια. Αυτή ακριβώς η ενέργεια κινεί το σενάριο των ανθρώπων. Πρέπει να ξέρετε πως το περιεχόμενο των ταινιών μου διαμορφώνεται ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η προσωπική μου ζωή. Οι πόρνες ή οι αλήτες αντιπροσωπεύουν ένα στάδιο της ζωής μου που έχω αφήσει πίσω. Στο μέλλον, θα τα βλέπετε σπάνια».

Για τις επιρροές του. «Δεν έχω ιδιαίτερες επιρροές. Εκφράζω τη μοναδικότητα της ζωής μου».

Για τη σαφήνεια. «Αποφεύγω να είμαι σαφής γιατί δεν βλέπω τόσο καθαρά. Για μένα τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Στις ταινίες μου μιλάω για το χάος και την ασάφεια. H ζωή είναι ένα χάος. Επομένως σε ό,τι κάνω θα βρείτε ερωτήσεις, όχι απαντήσεις».

Για την εικαστικότητα των ταινιών του. «Δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Ενα καλοσχεδιασμένο κινητό τηλέφωνο είναι προϊόν τέχνης, γι’ αυτόν τον λόγο δεν έχω σκεφτεί το όνομά μου γραμμένο στην ιστορία. Μέχρι σήμερα έχω κάνει πολλά επαγγέλματα: έχω δουλέψει σε εργοστάσια, έγινα μισθοφόρος πεζοναύτης, σπούδασα θεολογία για να γίνω πάστορας. Εκανα και δύο μεγάλα ταξίδια στην Ευρώπη. Στις ταινίες που φτιάχνω υπάρχει η εμπειρία και οι απόψεις που αποκόμισα σ’ όλες αυτές τις δραστηριότητες. Ετσι, θα προτιμούσα να μη γνωρίσω ποτέ κανέναν που θα με αποκαλέσει «καλλιτέχνη».