ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Ομολογώ ότι το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μαρτινίδη «Κατά συρροήν» (1998) με είχε αποτρέψει από το να διαβάσω τα επόμενα έργα του. Αυτό που σήμερα θυμάμαι είναι ότι τα αναρίθμητα ευφυολογήματα που βεβιασμένα εκτόξευε ο διανοούμενος αφηγητής του συνέθεταν ένα κείμενο εκνευριστικά σχολαστικό, σχεδόν αποπνικτικό. Επτά χρόνια αργότερα διασταυρώνομαι με το νέο, έκτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μαρτινίδη «H ελπίδα πεθαίνει τελευταία» (Νεφέλη, σελ. 297) και ως αναγνώστης απολαμβάνω ένα επινοητικά γραμμένο, ευχάριστο αφήγημα. H λογιοσύνη και το έξυπνο λογοπαίγνιο δεν λείπουν όπως ούτε κι ο κουραστικός σχολαστικισμός. Μόνο, που αυτή τη φορά, ο συγγραφέας εντέχνως κατόρθωσε να τα μετατρέψει σε χαρακτηρολογικές ιδιότητες των μυθιστορηματικών του ηρώων.

Η Θεσσαλονίκη ζει στον πυρετό του Ευρωπαϊκού Ποδοσφαιρικού Πρωταθλήματος 2004. Την ίδια ώρα μια σειρά φόνων εμπλέκει έναν καλοπροαίρετο, αλλά εξαιρετικά ανώριμο νεαρό σε μια δύσκολη προσωπική περιπέτεια. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η δημιουργία σύγχρονων νεοελληνικών χαρακτήρων, η ευρηματική πλοκή, καθώς και το ανάλαφρο, παιγνιώδες, σατιρικό κλίμα μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η αιματηρή ιστορία του Μαρτινίδη. Εύκολα αναγνωρίσιμες μορφές είναι ο αφελής νεαρός που χάνοντας τους γονείς του θα πέσει σε χρόνο μηδέν θύμα επιτηδείων που θα ξεκοκαλίσουν την όχι ευκαταφρόνητη περιουσία του. O στομφώδης εκδότης με τη νεαρή καλλονή σύζυγο και το μεσοαστικό παλατάκι σε προνομιακό σημείο της συμπρωτεύουσας. O σχολαστικός χήρος συνταξιούχος καθηγητής λατινικών που απεγνωσμένα αναζητεί συντροφιά. Μια φανατική θρησκόληπτη θαμώνας του Κατηχητικού. Μια ατάλαντη ηθοποιός και ένας άχρηστος σκηνοθέτης που δεν διστάζουν να καλλιεργούν την «τέχνη» τους εις βάρος των τρίτων.

Ηιστορία έχει καλό ρυθμό: πειστικές συμπτώσεις, καθώς οι διασταυρώσεις πραγματοποιούνται στην περιορισμένη ανθρωπογεωγραφία μιας μικρής πόλης, ομαλή εναλλαγή σκηνών, ταχεία ανατροπή των δεδομένων. O ανέμελος ήρωας έχει επί πλέον τη διάθεση να αντιμετωπίζει τις αναποδιές που ο ίδιος προκαλεί, με έξυπνα λογοπαίγνια: άλλοτε παίρνοντας κατά γράμμα γνωστές μεταφορικές εκφράσεις, και άλλοτε παίζοντας με τις πολλαπλές σημασίες των λέξεων. Καθώς η αστυνομική ιστορία του Μαρτινίδη εμφανίζει στην υπόθεσή της συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών και εκδότες επιτρέπει ακόμα πολυάριθμα αυτοναναφορικά σχόλια για το είδος της γραφής της. Περιέχει μάλιστα αρκετό σαρκασμό, όταν κάποιοι από τους ήρωές αυτούς προσπαθούν να αιτιολογήσουν τις ειδεχθείς πράξεις τους καλλιεργώντας εξωφρενικές θεωρίες για τις αναλογίες που δήθεν υφίστανται ανάμεσα στην ψυχολογία των συγγραφέων και των βιαστών. Οι συχνές κοινωνιολογικές αναλύσεις για την εθνική ποδοσφαιρική υστερία του 2004 διαπλέκονται τέλος εντελώς φυσικά στην υπόθεση. Διότι εκτός από υποψήφιος συγγραφέας, ο συμπαθής ήρωας είναι ταυτόχρονα διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας. Τι πιο ενδιαφέρον από το να αναπτύσσει κάθε τόσο τις έγκυρες απόψεις του;

Πολλά από τα επιτυχημένα αστυνομικά μυθιστορήματα του παρελθόντος δεν αποτελούσαν παρά τερπνό, ανώδυνο λογοτεχνικό είδος, καθώς οι πολυάριθμοι φόνοι δεν συνιστούσαν αιματηρά δράματα, παρά νεράκι γάργαρο στον μύλο της πλοκής. Βυθισμένος στην απόλυτη ασφάλεια της αναπαυτικής πολυθρόνας του, ο αναγνώστης δεν αγωνιούσε παρά για τη λύση ενός μακρινού μυστηρίου που σε τελευταία ανάλυση δεν τον αφορούσε. Στις μέρες μας το αστυνομικό μυθιστόρημα συχνά εμφανίζει υψηλότερες λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Σε ποιο βαθμό πετυχαίνει να αποδώσει το έργο του Πέτρου Μαρτινίδη ουσιαστικές πτυχές της νεοελληνικής συνθήκης;

Το μυθιστορημα «H Ελπίδα πεθαίνει τελευταία» εκθέτει μια εικόνα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας δυσάρεστη: Τα όρια ανάμεσα στα μέλη του αστυνομικού σώματος και στον υπόκοσμο εμφανίζονται ανύπαρκτα. Οι αστυνομικοί όχι μόνον χρηματίζονται αλλά αποτελούν, καθώς προκύπτει, και εκλεκτά μέλη της κοινότητας των παρανόμων. Το συμπαθέστατο ζευγάρι που θα εμπλακεί στη δίνη των γεγονότων ενδιαφέρεται κυρίως να απεμπλακεί ατομικά εξασφαλίζοντας ίσως παράλληλα και μια προσωπική δημοσιογραφική επιτυχία. Πρόκειται για μια κοινωνία όπου το παράνομο κέρδος, η αυτοδικία και η ιδιώτευση κυριαρχούν – για μια κοινωνία που με λίγα λόγια μάλλον νοσεί. Οταν όμως οι στρεβλές αυτές συνθήκες παρουσιάζονται με τον χαρούμενο, παιγνιώδη και ελαφρώς σαρκαστικό τρόπο του Πέτρου Μαρτινίδη, μήπως εντέλει ακυρώνονται μετατρεπόμενες σε αδιάφορο, συμβατικό μυθιστορηματικό σκηνικό;