ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μην ξεχνάς να ελπίζεις, υπάρχει το αύριο

«Φίλε μου Μανόλη Αναγνωστάκη, Επίτρεψέ μου να δανειστώ τη φράση σου: “Θυμάμαι άρα υπάρχω”. Αυτό εφάρμοσα στη ζωή μου, αυτό έκλεισα στο έργο μου. Μικρασία, αγάπη και πληγή μου, Ελλάδα αδελφοκτόνα του Εμφύλιου, Ελλάδα της Αντίστασης και της Ανάστασης, Ελλάδα των ονείρων. Μην ξεχάσεις ποτέ. Μεγαλούργησες κάποτε και μας ένωνες και μας χάρισες μαγευτικά οράματα. Βγάλε από τα σημερινά λάθη σου μαθήματα για το πικρό παρόν. (Το παρόν, άχρηστο, στεγνό, φτωχή Ελλάδα της κατανάλωσης, της πανουργίας, της κακομοιριάς. Κάτω, πολύ πιο κάτω κι από την πάλαι ποτέ Ψωροκώσταινα). Και μήν ξεχνάς. Μην ξεχνάς να ελπίζεις. Υπάρχει και το αύριο… Οπου να ‘ναι μπαίνουμε στον εικοστό πρώτον αιώνα. Τι τάχα μας επιφυλάσσει; Θα ‘ναι επιστροφή στο 1914-1930; Εγώ τότε δεν θα υπάρχω. Θα υπάρχουν τάχα τα βιβλία μου;».

Αυτό το σύντομο ανέκδοτο σημείωμα της Διδώς Σωτηρίου (γραμμένο το 1990 και ξαναδουλεμένο στα 1993 και 1994), είναι ίσως η καλύτερη εισαγωγή για να θυμηθούμε τη Μικρασιάτισσα συγγραφέα ένα χρόνο μετά τον θάνατό της (23.9.2004). H φράση «Θυμάμαι άρα υπάρχω» (στίχος από το Υ.Γ., 1983/1992) μας φέρνει στο νου και τον πολύ πρόσφατα χαμένο ποιητή μας Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-Ιούνιος 2005).

Και οι δυο τους -με το δικό του καλλιτεχνικό τρόπο ο καθένας- στήριξαν σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνική δημιουργία τους στην ατομική τους μνήμη αλλά και στον κριτικό διάλογο με τη συλλογική μνήμη, με τα μεγάλα γεγονότα του καιρού και του τόπου τους.

Για τη Διδώ Σωτηρίου, την πασίγνωστη και πολυδιαβασμένη πεζογράφο, έχουν γραφτεί αρκετά, αλλά και αρκετά μένουν να ειπωθούν. Το αρχείο της φυλάσσεται στο πάντα φιλόξενο και ολοένα εμπλουτιζόμενο με πολύτιμα τεκμήρια Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Στα έγγραφά του, που ταξινομήθηκαν πρόσφατα από τη φιλόλογο κ. Σοφία Μπόρα, βρήκα σημαντικά στοιχεία για τη ζωή και το έργο της. Ανέκδοτες σημειώσεις της, που αναφέρονται σε προσωπικά συμβάντα, αλλά και στην πολιτική επικαιρότητα και στο έργο της, δίνουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε τη συγγραφέα μέσα από ιδιωτικά της κείμενα ενδοσκόπησης και προβληματισμού σχετικά με τη δημόσια εικόνα της ως δημιουργού. Γραμμένες ανάμεσα στο 1971 και το 1997 οι σημειώσεις αυτές έχουν απολογιστικό χαρακτήρα.

Οι «δύο κολώνες»

Την αυτοβιογραφία της η Διδώ δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε να τη γράψει, αλλά για τη μυθοπλασία της στηρίχτηκε στη βιωμένη πραγματικότητα, σε ιστορικά γεγονότα και στις περιστάσεις της μυθιστορηματικής ζωής της. H επιγραμματική της διατύπωση «δύο κολώνες συγκρατούν το λογοτεχνικό μου οικοδόμημα: οι συνέπειες του πρώτου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου» ορίζει με σαφήνεια τους δύο θεματικούς κύκλους του έργου της.

Από τη μια, η ζωή στη Μικρά Ασία, η καταστροφή του 1922 και η προσφυγιά στα μυθιστορήματα «Οι νεκροί περιμένουν» (1959), «Ματωμένα χώματα» (1962) και «Μέσα στις φλόγες» (1978, διασκευή για παιδιά του «Οι νεκροί περιμένουν»). Εργα της ωριμότητάς της (είχε προηγηθεί μακρόχρονη δημοσιογραφική δουλειά από τα μέσα της δεκαετίας του ’30), που αντανακλούν όχι μόνο τη δική της ιδεολογική τοποθέτηση στην Αριστερά, αλλά και την έντονη πολιτικοποίηση της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας. Τοποθετώντας την ατομική περιπέτεια των ηρώων της στη συνολική ιστορία των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων και κυρίως υπογραμμίζοντας τον ρόλο της εκάστοτε ηγεσίας αλλά και των ξένων δυνάμεων, έδωσε (ιδιαίτερα με τα «Ματωμένα χώματα») μια προοπτική, την οποία δεν είχαν θίξει τα προηγούμενα έργα με ανάλογο θέμα, που επέμεναν στη νοσταλγική αποτύπωση των «χαμένων πατρίδων» και στην προβολή της τραγωδίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Από την άποψη αυτή, η προσέγγιση της Σωτηρίου συζητήθηκε, επηρέασε και συγκίνησε πολυπληθείς αναγνώστες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, γι’ αυτό και το έργο της τιμήθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί (1983). Ελαβε ακόμη το Κρατικό Ειδικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1989, το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το1990 και τον Ταξιάρχη του Φοίνικος το 1995.

Από την άλλη, οι περιπέτειες του Ελληνισμού μετά το 1922 ώς τα πολύ νεότερα χρόνια την απασχόλησαν στην «Εντολή» (1976), τη δραματοποιημένη απόδοση της υπόθεσης Μπελογιάννη, στην «Ηλέκτρα», μυθιστορηματική βιογραφία της Ηλέκτρας Αποστόλου (1961), στο τελευταίο μυθιστόρημά της «Κατεδαφιζόμεθα» (1982) και στη συλλογή διηγημάτων «Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες», που κυκλοφόρησε με επιμέλεια και σχόλια δικά μου (2004). Εγραψε ακόμη το εφηβικό μυθιστόρημα «Επισκέπτες» (1979), τον τόμο «Θέατρο» (1995) και το μελέτημα «H Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο» (1975).

Στις σημειώσεις του αρχείου της διαφαίνεται και η αντίδρασή της απέναντι σε ορισμένες κριτικές που επικρίνουν το ιδεολογικό φορτίο του έργου της, θεωρώντας ότι βάραινε δυσανάλογα τις ιστορίες των ηρώων της. H αντίδραση της εκδηλώνεται με σχόλια για τη μυθιστορηματική τεχνική: «H γλώσσα είναι η προσωπική σου επαφή με τον αναγνώστη, η ιδιαίτερή σου έκφραση, το ύφος σου που συνδέεται και με το ήθος του γραπτού λόγου, είναι το πρότυπο της δικής σου συμπεριφοράς απέναντι στην αισθητική έκφραση των γεγονότων και της ιστορικής αλήθειας. Το βιωματικό υλικό χρειάζεται την συνεργασία της τέχνης με τη ζωή μα και της φαντασίας τη μαγεία, το φως το ιδεολογικό και της αλήθειας την πνοή».

Το «λαϊκό Νόμπελ»

Συχνές είναι, επίσης οι αναφορές της στην αμέριστη ανταπόκριση και στην αγάπη του αναγνωστικού κοινού. Αυτή η αγάπη, «λαϊκό Νόμπελ», όπως την αποκαλούσε, θυμίζει την ανάλογη άμεση επαφή του Αντώνη Σαμαράκη με τους πολυπληθείς αναγνώστες του και σχετίζεται, κατά την άποψή μου, με τον βαθύτατο ανθρωπισμό, που και οι δύο πεζογράφοι εξέφρασαν στο έργο τους.

Η πολύ θετική υποδοχή του έργου της από τους παλαιότερους αναγνώστες μπορούμε να πούμε ότι στηρίχτηκε εν μέρει στο ότι αναγνώριζαν στοιχεία της δικής τους ζωής στις περιπέτειες των ηρώων της. Τους νεότερους, πέρα από το στοιχείο της συγκίνησης, τους έθελξε και η θαρραλέα προσέγγιση καυτών προβλημάτων της ελληνικής ζωής με την σιγουριά του αυτόπτη μάρτυρα, η διάθεση διαμαρτυρίας αλλά και η πνοή αισιοδοξίας στην κριτική της ματιά, η ιστορική τεκμηρίωση κι ακόμη η αβίαστη, φαινομενικά απλή και ζωντανή αφήγηση.

Ο συγγραφέας τον εαυτό του τον έχει ρίξει μαγιά στο έργο του

Το καλοκαίρι του 1990 η Διδώ Σωτηρίου έγραψε στις σημειώσεις της: «Ολοι μού λένε “κάθισε και γράψε. Γράψε την αυτοβιογραφία σου”. Είναι σα να σου λένε “Βιάσου, στην ηλικία σου το τελικό ταξίδι έρχεται ξαφνικά…” Δίκιο έχουνε. Στον μακρύ βίο μου είδα, έζησα, άκουσα πολλά. Θα άξιζε να καταγραφούνε. Βάλε από το 1909 που γεννήθηκα ώς το σημερινό 1990 που σε έξη μήνες τελειώνει κι αυτό…

Εδώ που τα λέμε όλα τούτα της χώρας σου και του κόσμου και τα προσωπικά σου βιώματα, τι άλλο έκανες από το να τα βολέψεις μέσα στις σελίδες των βιβλίων σου. Ολοι εκείνοι οι ήρωες και οι ηρωίδες σου, επώνυμοι κι ανώνυμοι, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, μήπως δεν αντιπροσωπεύουν και του συγγραφέα τα βιώματα; Δεν είναι διάσπαρτος και ο συγγραφέας σ’ ολόκληρο το έργο του;

Κείνο που σου ζητάει το κοινό σου είναι τώρα μια ατομική εξομολόγηση. Κι αυτό είναι το δύσκολο. Οταν σε καλούν άγνωστοι να σε γνωρίσουν, δεν πας γυμνός ούτε προχειροντυμένος, άνιφτος κι αχτένιστος. Θες δε θες, θα βάλεις τα καλά σου, θα τυποδεθείς. M’ άλλα λόγια θα κάνεις κάποιες επιλογές προσπαθώντας να ικανοποιήσεις κάπως την περιέργεια του αναγνωστικού κοινού σου. Ποιοί οι γονιοί σου, τα παιδικά χρόνια σου, η εφηβεία, η ωριμότητα, τα γεράματα, πώς έγραψες, τι έγραψες, γιατί το έγραψες έτσι κι όχι αλλιώς. Θα κάνεις επιλογές, θα πεις άθελά σου και λίγα από κείνα που τιτλοφορούνται “τα εν οίκω, μη εν δήμω”. Στη ρύμη του λόγου λέγονται κάποιες φορές πράμματα που θα τα ήθελες αποκλειστικά δικά σου. Εξομολογήσεις, ηθελημένες ή και αθέλητες, κρίσεις ειλικρίνειας, αλλά και ομολογημένες κοκεταρίες και κρυφές υπεροψίες και ωραιοποιήσεις. Ανθρωπος είναι κι ο συγγραφέας και ως τέτοιον θέλει να τον πλησιάσετε όχι σαν μυθικό πλάσμα. Και θέλει κι εκείνος να σας πλησιάσει όπως του γουστάρει και όσο του γουστάρει. Το είπαμε. Τον εαυτό του τον έχει ρίξει μαγιά στο έργο του. Εκεί μέσα στα βιβλία του ανταμώνει με το κοινό του. Κι αυτό μετράει. Ή σε αποδέχεται ή σε απορρίπτει. Τα μεσοβέζικα είναι ό,τι χειρότερο».

* H κ. Ερη Σταυροπούλου είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.