ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στέλλα Στρατηγού, μια δόξα της μουσικής μας σκηνής

Στην επιθεώρηση και τη μουσική κωμωδία είχε διακριθεί η Στέλλα Στρατηγού, που πέθανε σε ηλικία 74 ετών. H κηδεία της έγινε χθες. Παιδί θεατρικής οικογένειας, η Στέλλα Στρατηγού ήταν κόρη του Βασίλη και της Αμαλίας Στρατηγού, ενώ στη σκηνή πρωτοβγήκε κοριτσάκι, σε ηλικία επτά ετών, παίζοντας στη «Γενοβέφα». Ηταν μια περιοδεύουσα παράσταση, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι γονείς της και έπαιζαν τα μεγαλύτερα αδέλφια της, ο Στέφανος, η Αλέκα και η Ρένα.

Η πρώτη επαγγελματική εμφάνιση της Στέλλας Στρατηγού πραγματοποιήθηκε το 1950 στο θέατρο Βέμπο με το έργο των Τραϊφόρου – Γιαννακόπουλου «Βίρα τις άγκυρες». H καλλιτεχνική της διαδρομή είχε και στη συνέχεια αυτή την κατεύθυνση, καθώς έπαιξε κυρίως στην επιθεώρηση και το μουσικό θέατρο. Εμφανίστηκε στο «Ακροπόλ» σε νούμερα πολλών επιθεωρήσεων. Συχνά έκανε ντουέτο επί σκηνής με τον Νίκο Ρίζο, ενώ συνεργάστηκε με πολλούς μουσικούς θιάσους, όπως της Καλής Καλό.

Η Στρατηγού έπαιξε επίσης σε πολλά νεοελληνικά έργα, των Γιαννακόπουλου – Σακελλάριου, Πρετεντέρη, Γιαλαμά και Παπαδούκα. Κατά τη δεκαετία του ’60 συνεργάστηκε με τους θιάσους του Κώστα Χατζηχρήστου, της Ρένας Βλαχοπούλου κ.ά. ενώ υπήρξε συνθιασάρχις με τους Νίκο Αθερινό, την αδελφή της Αλέκα Στρατηγού, αλλά και τον τότε σύζυγό της Τόλη Βοσκόπουλο.

Μερικές από τις ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε είναι οι: «Νύχτες της Αθήνας», «Τα τρία μωρά», «Μπαρμπαγιάννης ο κανατάς», «Το παιδί του δρόμου», «O Μιμίκος και η Μαίρη» κ.ά., ενώ μια άλλη της δραστηριότητα ήταν η συμμετοχή στις μουσικές εκπομπές του Γιώργου Οικονομίδη, από το 1951 έως το 1960. Παρά τη διαρκή ενασχόλησή της με το θέατρο, η ίδια υποστήριζε ότι στην πραγματικότητα δεν το αγαπούσε. Στο βιβλίο της Σπεράντζας Βρανά «Επιθεώρηση καψούρα μου», η ίδια αφηγείται: «Ναι, δεν τ’ αγάπησα πραγματικά ποτέ κι όχι γιατί δεν είχα επιτυχίες. Κι επιτυχίες είχα και με ήθελε και η σκηνή που λέμε, αλλά να, εγώ είχα από μικρή άλλα όνειρα. O πατέρας μου έλεγε: «Αυτή θα τη σπουδάσουμε», κι όπως μ’ άρεσαν και τα γράμματα, το όνειρό μου λοιπόν ήταν να σπουδάσω. Ομως κάποτε συνειδητοποίησα ότι το όνειρό μου θα έμενε όνειρο μόνο και το επάγγελμά μου θα ήταν ηθοποιός. Και τότε θύμωσα, θύμωσα με τον εαυτό μου, με τ’ αδέλφια μου, με τους γονείς μου, μ’ όλο τον κόσμο, λες κι έφταιγαν όλοι αυτοί που εγώ δεν σπούδασα. Δεν βαριέσαι, οι περιστάσεις ήταν τέτοιες, τι να ‘κανα, το δέχτηκα μοιρολατρικά, αλλά δεν το ‘θελα».