ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν ο λόγος δίνεται στην Πηνελόπη

Μάργκαρετ Ατγουντ: «Πηνελοπιάδα. O μύθος της Πηνελόπης και του Οδυσσέα». Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς. Σειρά «Μύθοι» Εκδόσεις «Ωκεανίδα», 2005, σελ. 241.

Μάργκαρετ Ατγουντ: «Πηνελοπιάδα. O μύθος της Πηνελόπης και του Οδυσσέα». Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς. Σειρά «Μύθοι» Εκδόσεις «Ωκεανίδα», 2005, σελ. 241.

Οι μύθοι συμπυκνώνουν, μεταμορφώνουν, μεταθέτουν, υπαινίσσονται, φαντάζονται, κρύβουν και αποκαλύπτουν, αλληγορούν και κυριολεκτούν, συντίθενται σαν ποιήματα και διαβάζονται σαν ποιήματα που το νόημά τους οργανώνεται σε πολλές στρώσεις – γι’ αυτό και οι ψυχαναλυτές, ο Ζίγκμουντ Φρόυντ και ο Καρλ Γιουνγκ, αναζήτησαν εκεί, σαν αρχαιολόγοι της ψυχής, κάποια κλειδιά για την ερμηνεία των ανθρωπίνων. «Οι άνθρωποι ήταν ανέκαθεν μυθοπλάστες. (…) Οι τάφοι των Νεάντερταλ μας αποκαλύπτουν πως όταν οι πρώιμοι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι ήταν θνητοί δημιούργησαν ένα είδος αντισταθμιστικής αφήγησης που τους έδινε τη δυνατότητα να συμβιβαστούν με το γεγονός», σημειώνει η Κάρεν Αρμστρονγκ στο βιβλίο της «Σύντομη ιστορία του μύθου».

Γενική εισαγωγή

Το βιβλίο της Αρμστρονγκ λειτουργεί σαν γενική εισαγωγή και οδηγός της σειράς «Μύθοι», η οποία, κατά το σκεπτικό της, «επιστρατεύει μερικούς από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας για να μας ξαναπούν γνωστούς μύθους με σύγχρονο και συναρπαστικό τρόπο». Τα κατά παραγγελίαν γραπτά έχουν βέβαια τα προβλήματά τους, κι ας κρατάει η ιστορία τους από τον καιρό του Πίνδαρου· υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο να ανταποκριθεί κάπως μηχανικά ο συγγραφέας στο εξωτερικό ερέθισμα, να πει περίπου όσα περιμένουμε να πει. H γεύση πάντως που δίνουν τα τρία πρώτα βιβλία της σειράς είναι αρκετά ενθαρρυντική. Εχει ήδη εκδοθεί λοιπόν «H περικεφαλαία του τρόμου. O μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου» (όπου ο Βίκτορ Πελέβιν, το «τρομερό παιδί της μετασοβιετικής λογοτεχνίας», μεταφέρει τον Λαβύρινθο σε ένα chat room του διαδικτυωμένου οικουμενικού χωριού), «Το βάρος. O μύθος του Ατλαντα και του Ηρακλή» (όπου η Τζινέτ Γουίντερσον μεταφέρει τον Ατλαντα στον αιώνα μας) και η «Πηνελοπιάδα» της Μάργκαρετ Ατγουντ, που θα μας απασχολήσει εδώ.

Καρτερία

Η Πηνελόπη του Ομήρου είναι η φρόνιμη και πιστή σύζυγος, η οποία, μόνη αυτή απ’ όλες τις γυναίκες των ηρώων που είχαν εκστρατεύσει στην Τροία, νικάει τους πειρασμούς. Σφραγισμένη από το όνομά της («πήνη» σημαίνει υφάδι), υφαίνει την καρτερία της δουλεύοντας τάχα το σάβανο του πεθερού της του Λαέρτη, και ξεγλιστράει από τους μνηστήρες με πανουργία όμοια με του ανδρός της.

Η Πηνελόπη του μεταομηρικού κύκλου είναι λιγότερο ιδανική και περισσότερο ανθρώπινη: Οι αφηγήσεις που την εμφανίζουν να μοιχεύεται και να απιστεί δεν είναι λίγες, και, όπως συνήθως συμβαίνει με το εσαεί «ανοιχτό» μυθολογικό υλικό, δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ενας μύθος, λοιπόν, διατείνεται ότι η βασίλισσα δόθηκε ερωτικά στους 129 μνηστήρες, διαδοχικά, και ο καρπός της κοιλίας της υπήρξε ο θεός Παν (ο οποίος, παρετυμολογικά, οφείλει το όνομά του στην, ούτως ειπείν, πανσπερμία). Αλλος μύθος λέει πως ο Οδυσσέας, μετά τον νόστο του, πληροφορήθηκε ή κατάλαβε πως η γυναίκα του τον είχε προδώσει ερωτευόμενη τον Αμφίνομο και τη σκότωσε. Κι άλλος μύθος ισχυρίζεται ότι την παντρεύτηκε ο Τηλέγονος, ο γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης, ο οποίος είχε σκοτώσει πρώτα τον πατέρα του δίχως να τον γνωρίζει.

Η Πηνελόπη της Μάργκαρετ Ατγουντ είναι κατά βάση η οδυσσειακή, μια γυναίκα ικανότατη στην «τέχνη της αναμονής», που αρνείται τις κατηγορίες ότι μοιχεύτηκε, χαρακτηρίζοντάς τες «καθαρά συκοφαντικές», «κακόβουλο κουτσομπολιό» και τίποτε άλλο. H συγγραφέας αντλεί και από άλλες πηγές πλην της «κανονικής» ομηρικής, ο άξονας ωστόσο δεν μετατοπίζεται· ό,τι πρωτίστως αλλάζει είναι η οπτική, αφού την ιστόρηση δεν την αναλαμβάνει ένας τρίτος, ένας αοιδός, αλλά η ίδια η Πηνελόπη, που πολλά έπαθε κι αυτή, στην ακίνητη δική της «οδύσσεια».

Σε πρώτο πρόσωπο

Ο τίτλος «Πηνελοπιάδα» του πεζογραφήματος της Ατγουντ ακούγεται κάπως βαρύς, υπερβολικός, έτσι όπως παραπέμπει ευθέως στην Ιλιάδα. H απομυθευτική σκόπευση του βιβλίου είναι προφανής, χωρίς πάντως να το μετατρέπει σε κάποιου είδους φεμινιστικό μανιφέστο. H Πηνελόπη υφαίνει τη δική της αφήγηση για όσα της συνέβησαν από την ώρα του γάμου της κι ώς τη μαζική μνηστηροφορία. Νεκρή πια, μια σκιά στον άλλο κόσμο η οποία γνωρίζει αρκετά καλά όσα ακολούθησαν τον θάνατό της (άλλωστε η δίκη του Οδυσσέα γίνεται σε δικαστήριο του εικοστού πρώτου αιώνα), μιλάει με χιούμορ και ευθύτητα για την Ελένη, τον Τηλέμαχο, τον Οδυσσέα, τα πεθερικά της, κυρίως δε για τον απαγχονισμό από τον άντρα της και τον γιο της δώδεκα θεραπαινίδων.

Παρέμβλητα χορικά

Ο πρωτοπρόσωπος λόγος της αφηγήτριας ανακόπτεται κάθε τόσο από τα παρέμβλητα χορικά, διά των οποίων οι δώδεκα μοιραίες θεραπαινίδες ανακοινώνουν (σε λόγο άλλοτε πεζό κι άλλοτε ποιητικής τάξεως) τη δική τους εκδοχή για τα πράγματα· ερμηνεύοντας τον βιασμό και τον απαγχονισμό τους, κρίνουν ότι οι άγριες αυτές πράξεις αναπαριστούσαν «την ανατροπή μιας μητριαρχικής λατρείας της Σελήνης από μια ομάδα βάρβαρων εισβολέων που υποκατέστησαν βίαια τη λατρεία αυτή με την πατριαρχική λατρεία του πατέρα θεού». Οπως εξηγεί στις Σημειώσεις της, η Μάργκαρετ Ατγουντ οφείλει τη συγκεκριμένη θεωρία αυτή στον Ρόμπερτ Γκρέιβς και το βιβλίο του για τους «Ελληνικούς μύθους», η «απόδειξή» της ωστόσο μοιάζει σαν εκβιασμένη προσθήκη στη λογοτεχνική αφήγηση· θαρρείς για να προλάβουν τις πιθανές επιφυλάξεις ή τις αμφισβητήσεις, ή και για να τις ξορκίσουν, οι θεραπαινίδες ξεκαθαρίζουν πως «δεν μπορούν να δεχτούν ότι αυτή η θεωρία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια εξωφρενική σύλληψη ενός αρρωστημένου φεμινιστικού μυαλού».

Η αναψηλάφηση και η αναδιαπραγμάτευση ομηρικών θεμάτων και ηρώων δεν έπαψε ποτέ στη διάρκεια των αιώνων. Ποιητές και πεζογράφοι, Ελληνες και ξένοι, συνεχίζουν να σιτίζονται από τον πλούτο των «Ομήρου μεγάλου δείπνων» όπως τα χαρακτήρισε ο Αισχύλος. Ακόμα και η σκιά του «νήπιου» Ελπήνορα, ενός «μη ήρωα», έλαβε πνεύμα και φωνή σε κείμενα του Εζρα Πάουντ, του Τζέημς Τζόυς, του Ζαν Ζιροντού, του Γιώργου Σεφέρη, του Τάκη Σινόπουλου, του Γιάννη Ρίτσου.

Αντεστραμμένη ιστορία

Αναμενόμενο ήταν είναι λοιπόν να λάβει τον λόγο και η Πηνελόπη, που υπήρξε «η πρόφαση της Οδύσσειας», σύμφωνα με έναν ειρωνικό στίχο του επιγραμματοποιού Παλλαδά, υπήρξε δηλαδή ένα ιδανικό σχήμα που το διαμόρφωσε ο Ομηρος για να αντιθέσει τη φρόνησή της στον ερωτισμό της εξαδέλφης της της Ελένης (παραδόξως, η «εχέφρων Πηνελόπη» μεταφράζεται «ακλόνητη» στο απόσπασμα στους στίχους της Οδύσσειας, από τη ραψωδία ω, που χρησιμοποιούνται σαν μότο του βιβλίου). Αυτός ο χαρακτήρας του «αναμενόμενου» όμως επηρέασε αρκετά την ίδια την «Πηνελοπιάδα»: Πολλά απ’ όσα διαβάζουμε σε τούτη την αντεστραμμένη ιστορία, δικαιωμένα έστω από τη σαρκαστική τους σύνταξη, είναι όσα όσα ακριβώς θα περιμέναμε να διαβάσουμε.