ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Θεάματα τηλεοπτικής αισθητικής»

Οταν το 1990 έμπαινες σε ταξί και ζητούσες από τον οδηγό να σε πάει στου Ψυρρή, λίγοι ήταν αυτοί που ήξεραν κατά πού έπεφτε. Κι ακόμη λιγότεροι εκείνοι που σε πήγαιναν στον προορισμό σου χωρίς δυσφορία. Ηταν τα χρόνια που στου Ψυρρή ήταν ακόμη ζωντανή η παλιά γειτονιά, με τις βιοτεχνίες σπαρμένες δεξιά κι αριστερά στα σοκάκια, ενώ το βράδυ η περιοχή ζούσε τους δικούς της ερωτικούς κινδύνους. Το θέατρο «Εμπρός», που έκανε μαζί με τις «Μορφές» την εμφάνισή του στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων, μας έμαθε τότε τη γειτονιά του Ψυρρή, η οποία σήμερα ζει τη μετάλλαξή της.

Από τότε βέβαια άλλαξαν πολλά. Οι «Μορφές» διαλύθηκαν, το «Εμπρός» έμεινε στον Τάσο Μπαντή, ενώ η Ράνια Οικονομίδου και ο Δημήτρης Καταλειφός τράβηξαν άλλους δρόμους. Η παλιά ήσυχη γειτονιά πλημμύρισε από μοδάτα λαμπυρίζοντα στέκια, θέατρα άνοιξαν κι άρχισε ο νυχτερινός συνωστισμός. «Φαντάζομαι ότι κι αυτό θα ξεθυμάνει κάποια στιγμή. Το ρεύμα θα οδηγήσει σε άλλες γειτονιές», λέει ο 55χρονος σήμερα σκηνοθέτης Τάσος Μπαντής. Μήπως δεν ζούμε ήδη την ακμή της Πειραιώς;

«Μορφές» δεν υπάρχουν πια εδώ και πέντε χρόνια. Υπάρχει όμως η Εταιρεία Θεάτρου «Εμπρός», η οποία φέτος κάνει αισθητή την παρουσία της με δύο έργα, σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Και τα δύο τα σκηνοθετεί ο Τάσος Μπαντής, όμως στον «Εναν αριθμό» της Κάριλ Τσέρτσιλ ανεβαίνει κι ο ίδιος στη σκηνή, για πρώτη φορά στην ιστορία του «Εμπρός». Το δεύτερο έργο είναι το «Addio del passato» της Λίας Βιτάλη (η γνωστή άρια από την Τραβιάτα του Βέρντι).

«Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικής γραφής και υφής έργα», μας λέει ο Τ. Μπαντής. «Επικεντρώνονται στη σχέση του παιδιού με τον γονιό. Διερευνούν το πεδίο εξουσίας του πατέρα πάνω στον γιο και της μητέρας πάνω στην κόρη».

Σχεδιάζει κι άλλο ανέβασμα, αλλά όπως λέει, θα εξαρτηθεί από τις επιχορηγήσεις και το αν θα ξεκαθαριστεί το τοπίο. Τα πράγματα γύρω από το θέατρο δεν είναι σαφή και έχει αγωνία, δεν το κρύβει, μα μήπως όλα δεν άλλαξαν; Ακόμη και η περιοχή που δημιουργήθηκε το «Εμπρός».

– Εχει αλλάξει το κοινό;

– Αρκετά. Το θέατρο ρεπερτορίου έχει να αντιμετωπίσει αυξημένες δυσκολίες. Το κοινό είναι στενεμένο οικονομικά, άρα οι επιλογές του μειώνονται, ενώ από την άλλη πλευρά παρατηρείται μια γενικότερη στροφή σε θεάματα τηλεοπτικής αισθητικής.

– Αυτά τα θεάματα έχουν αποκτήσει φανατικούς θεατές;

– Ζούμε σε μια κοινωνία καθ’ υπαγόρευση. Ο,τι πλασάρεται από την τηλεόραση ως καλό, ωραίο, πρέπον, αναγκαίο, ο κόσμος σπεύδει να το καταναλώσει. Αυτό δημιούργησε μια καινούργια πραγματικότητα, όπου το θέατρο με τα ταπεινά αλλά ταυτόχρονα ισχυρά του μέσα προσπαθεί να υπερασπιστεί την ιστορία του.

Μειώνεται το κοινό

– Δίνετε δηλαδή αγώνα;

– Βεβαίως. Αισθάνομαι ότι ο ρόλος του θεάτρου τείνει να περιθωριοποιείται όλο και περισσότερο. Είναι δηλαδή μια μορφή ψυχαγωγίας η οποία θεωρείται ότι ανήκει στο παρελθόν. Ετσι αισθάνομαι όταν μιλάω με νέα παιδιά. Συνεπώς, μειώνεται το κοινό που ενδιαφέρεται δυναμικότερα για το θέατρο. Ωστόσο, αυτό αποτελεί αντίφαση, αν αναλογιστεί κανείς πόσο πολλοί νέοι άνθρωποι αποφασίζουν να ασχοληθούν με το θέατρο. Δεν ξέρουμε τι ωθεί ένα παιδί στο θέατρο. Οι σχολές και τα εργαστήρια, πάντως, αυξάνονται και πληθύνονται. Πώς συντηρούνται αν δεν υπάρχει το ενδιαφέρον των νέων; Αναρωτιέται κανείς όμως, αν τελικά αυτό το ενδιαφέρον γεννιέται και υποδαυλίζεται από τις τηλεοπτικές εικόνες κι όχι από θεατρικές προσλαμβάνουσες.

– Ορισμένοι, όπως παραδέχονται οι ίδιοι, δεν έχουν πατήσει το πόδι τους στο θέατρο.

– Δυστυχώς, είναι αλήθεια. Οπως το φαινόμενο του πληθωρισμού της προσφοράς στον χώρο του θεάτρου. Οταν ανοίγει πια ένας θεατής τη στήλη θεαμάτων μιας εφημερίδας, για να δει πού θα πάει, ζαλίζεται. Είναι τόσο πολλά πια τα θέατρα, που μόνο μέσα από την προφορική πληροφορία μπορούν να ξεχωρίσουν.

– Ανησυχητική φαίνεται και η αύξηση των παιδικών θεάτρων.

– Αυτό είναι πεδίο μιας πολύ κερδοφόρας δραστηριότητας. Δεν έχω άμεση γνώση του ζητήματος, αλλά φοβάμαι ότι τα περισσότερα δεν κάνουν σοβαρή δουλειά. Ως επί το πλείστον παράγονται με την τηλεοπτική λογική.

Η μοναδικότητα του ανθρώπου

– Το έργο της Τσέρτσιλ καταπιάνεται με ένα θέμα που μας τρομάζει. Εχει γίνει πολύς λόγος για την ανθρώπινη κλωνοποίηση.

– Η συγγραφέας οδηγεί το θέμα της σε μια αναγκαστική υπέρβαση του τρόμου από τον οποίο κατεχόμαστε όλοι μπροστά στο φαινόμενο της παρέμβασης της επιστήμης στην ίδια τη φύση. Είναι σαν να λέει ότι καμιά δυνατότητα της επιστήμης δεν μπορεί να καταργήσει τη μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου προσώπου. Στο έργο εμφανίζονται τρεις εκδοχές του γιου: Ο πραγματικός και οι δύο κλώνοι. Βλέπουμε ότι, ενώ είναι πανομοιότυποι εξωτερικά, έχουν τρεις διαφορετικές προσωπικότητες. Είναι σαν να λέει ότι η βαθύτερη σύσταση του ανθρώπου δεν κινδυνεύει από αυτή την τρομακτική κατά τα άλλα επιστημονική προοπτική.

– Με αυτή την παράσταση, σας βλέπουμε πρώτη φορά ως ηθοποιό στη σκηνή του «Εμπρός». Με εξαίρεση δύο συμμετοχές σας θεατρικές και μία κινηματογραφική, η τελευταία φορά που παίξατε ήταν στη «Σπασμένη στάμνα», το 1982.

– Επειτα από εκείνη την παράσταση έπαψα να παίζω, στράφηκα στη σκηνοθεσία. Τα τελευταία χρόνια έκανα κάποιες εξόδους ως ηθοποιός ύστερα από έντονη προτροπή του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Ετσι τόλμησα την «Ηλέκτρα» στην Επίδαυρο, την «Ορέστεια» του Γ. Μιχαηλίδη και έπειτα την «Πολίτικη κουζίνα». Ισως γλυκάθηκα. Το έργο της Τσέρτσιλ και το πρόσωπο του πατέρα με ώθησαν να πάρω την απόφαση.

– Η σχέση με τον δικό σας πατέρα ποια ήταν;

– Κάπως περίπλοκη και τραυματική. Ισως ήταν ο βαθύτερος λόγος που με τράβηξε να ασχοληθώ με αυτό το πρόσωπο. Επιχειρείται μάλλον ένα ξεκαθάρισμα παλιών λογαρισμών.

– Κάθε δεκαετία συνδέεται και με μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή σας. Τη δεκαετία του ’80 έχουμε τη «Σκηνή», του ’90 τις «Μορφές» και το «Εμπρός», και τώρα μόνο το «Εμπρός».

– Οι κύκλοι κλείνουν μόνοι τους. Ολοκληρώνουν κάποιες διαδρομές. Είμαι 55 χρόνων. Υπάρχουν στιγμές που νιώθω εξαιρετικά νέος κι άλλοτε να γερνάω. Οφείλει κανείς, με νύχια και με δόντια, να δώσει τον αγώνα του για όσα πιστεύει.

– Τι ονειρεύεστε;

– Δεν ονειρεύομαι τίποτα πέρα από ένα πεδίο αναζήτησης. Είναι μια συνεχής έρευνα πάνω στον εαυτό μας και στα μέσα με τα οποία μπορούμε να οδηγηθούμε στη μέγιστη σκηνική αλήθεια, είναι έκθεση, είναι αποτελεσματικότητα, μέσα από την υποκριτική δουλειά. Το μεγάλο όπλο του θεάτρου είναι ο σπινθήρας που μπορεί να ανάψει ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή.

Η δουλειά με τα νέα παιδιά

– Τι σας συγκινεί περισσότερο;

– Μου έλειψε η δουλειά με τα νέα παιδιά. Είναι ουσιώδες κεφάλαιο για το θέατρο η σχέση μαζί τους. Φέτος, η δραματική σχολή ξεκίνησε πάλι, σε συνεργασία αυτή τη φορά με το «Εργαστήριο» της Αννας Μακράκη και της Μπέτυς Νικολέση. Αυτή η δουλειά με τα παιδιά με συγκινεί και με αφορά πολλές φορές περισσότερο κι από τις ίδιες τις παραστάσεις.

– Τι πιστεύετε για το μέλλον του θεάτρου;

– Αν και η πραγματικότητα μας υποβάλλει μιαν αίσθηση απαισιοδοξίας, πιστεύω ότι το θέατρο θα ξαναβρεί τη δύναμη της φωνής του.

Η νεανική αντίληψη της ομάδας

– Γιατί ξεπεράστηκαν οι ομάδες;

– Διότι περάσαμε στην εποχή της υπεράσπισης των προσωπικών οραμάτων. Αυτή επιβάλλει και συναντήσεις και διασταυρώσεις με άλλους ανθρώπους, διότι το θέατρο είναι συλλογική δουλειά, απλώς η συλλογικότητα αυτή δεν γίνεται αντιληπτή με την παλιά έννοια της ομάδας. Η έννοια της ομάδας είναι μια νεανική αντίληψη χρήσιμη όταν είναι κανείς νέος, αλλά όταν συγκρούεται με τα αδιέξοδα που αυτοπροκαλεί, προσγειώνεται στην πραγματικότητα.

– Οι αναμνήσεις είναι πικρές;

– Είναι πλούτος, που τον κουβαλάμε όλη μας τη ζωή.