ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Παλιγγενεσία με τα μάτια ενός λαϊκού

Χαράλαμπος Παπαστάθης (εκδ.)

Το Χρονικό της Ορμύλιας

Εκδ. University Studio Press, σελ.107

Το χειρόγραφο του Χρονικού της Ορμύλιας είχε αγοραστεί από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους το 1920. Δηλαδή από τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Το εντόπισε ο Χαράλαμπος Παπαστάθης και προετοίμασε μια άριστη έκδοση. Ο συγγραφέας αυτής της πηγής ήταν άγνωστος όταν αγοράστηκε το χειρόγραφο. Το πρόσωπό του ταυτίστηκε, από τον Χαράλαμπο Παπαστάθη, με τον κοσμικό Γιαννάκη, έναν αναγνώστη της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου της Ορμύλιας.

Για τον μακεδονικό χώρο και την εποχή της, εκεί, Τουρκοκρατίας δεν διαθέταμε μια τόσο παραστατική πηγή εκτός από αυτήν του Χρονικού των Σερρών (1594-1642) του Παπα-Συναδινού. Μόνο που το Χρονικό των Σερρών αναφέρεται περισσότερο στις κανονικότητες της Τουρκοκρατίας. Το Χρονικό της Ορμύλιας, αντιθέτως, αναφέρεται στη νευρική περίοδο της Παλιγγενεσίας και συνιστά μια σύνοψη όλου του μηχανισμού της κατάκτησης και της διαχείρισής της.

Τα γράμματα που ήξερε ο συγγραφέας του ήταν λίγα. Η μόρφωσή του προερχόταν κυρίως από λειτουργικά αναγνώσματα. Αλλωστε ερμηνεύει τον κόσμο και την κοινωνία που τον περιβάλλει μέσα από βιβλικά παραθέματα και αλληγορίες σε πρόσωπα και γεγονότα της Βίβλου. Αλλά είναι ένας οξυδερκής παρατηρητής της πραγματικότητας. Μπορούμε να τον παρακολουθήσουμε συνοπτικά.

Ασυλο στο Αγιο Ορος

Το 1821 τα Κιουμουρτζάνικα, τα Ματένικα και τα Χάσικα χωριά (άρα και η Ορμύλια) ξεσηκώνονται κατά των Τούρκων. Κατά τον Γιαννάκη δεν πολυκατάλαβαν τι έκαναν. Οι πρώτες επιτυχίες τους δεν επαρκούν και, σύντομα, το εξεγερμένο φρόνημα κάμπτεται, ιδίως όταν γίνεται αντιληπτό ότι οι Ρώσοι, και παρά τις υποσχέσεις, δεν παρεμβαίνουν. Αρχίζει μια βραχεία περίοδος προσφυγιάς για τους εξεγερμένους που οδηγεί ορισμένους να καταφύγουν σ’ ένα χώρο ασύλου, το Αγιο Ορος. Η αντιμετώπισή τους από ορισμένους της μοναστικής εξουσίας υπήρξε άθλια: «Ενθα τι παρανομίαν, ασελγίαν, και ασωτίαν δεν έκαμον οι ανάγιοι πατέρες· όταν πάισαν γυναίκες, κορίτζια, και πολλαίς φαμελίαις […] και αυτοί οι κακόγεροι ταις εζητούσαν δια να κάμουν την αισχράν τους επιθυμίαν, και τότε να τας δώσουν ψωμί […]».

Αλλοι προσπαθούν να πολεμήσουν όπου γίνονται ακόμα μάχες. Η οργάνωση των επαναστατών είναι αναποτελεσματική και η αντίστασή τους αποτυγχάνει. Πολλοί αναγκάζονται να εξοριστούν ή να επιστρέψουν στις εστίες τους αφού συνθηκολόγησαν. Αρχίζει τότε η εκμετάλλευσή τους από τις τουρκικές αρχές αλλά και από τους Κλέφτες ή τους ισχυρότερους ομοεθνείς τους: το μετάξι αγοράζεται 20 γρόσια την οκά αντί για 40. Τα στρατεύματα που διέρχονται «κονεύουν» μέσα στα καλύβια των χωρικών. Οι Κλέφτες «χριστιανοί και αδελφοί όντες, τι δεν έκαμον εις τους αδελφούς τους χριστιανούς; Αφ’ ου τους έπιανον σκλάβους, άλλον ζητούσαν τόσα γρόσια οπού ήτον έξω από την δύναμίν του, άλλον έοπταν τα αυτιά του[…]». Οταν η δράση των Κλεφτών περιορίζεται, το τουρκικό ασκέρι αγγαρεύει άοπλους τους χωρικούς για να φρουρούν τον εαυτόν τους από τους Κλέφτες. Οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης του κατακτημένου είναι σε πλήρη αποσύνθεση: «[…] Οι προύχοντες και οι γέροντες, εκ των φθόνων των, και εκ την ανοησίαν τω, ο ένας εγκαλούσε τον άλλον εις τους τούρκους, δια να ήναι αυτός καλλώς[…]» Σε τέτοιο βαθμό που ο Γιαννάκης στοχάζεται πολιτικά και ταξικά λέγοντας ότι τέτοιο γένος δεν μπορεί να υπάρξει αφού το απαρτίζουν μόνο κοινωνικές ομάδες (ταράφια) και δεν είναι σε θέση να έχει θεσμούς: «πάσα βασιλεία μερισθείσα καθ’ εαυτήν ερημούται, και πάσα πόλις και οικία […] δηλαδή κάθε βασίλειον οπού μερισθεί γένουν ταράφια και το ένα θέλει καταβάλη το άλλο ταράφη».

Οσο κι αν η γλώσσα του Γιαννάκη είναι αδέξια και τα διανοητικά του εφόδια περιορισμένα, καταλαβαίνει πολύ καλά τον ρόλο της φορολογίας για την άσκηση της εξουσίας του κράτους και των ηγετικών ομάδων. Και οι ηγετικές ομάδες είναι πολλές: Ο πασάς ζητά την πληρωμή των συλλογικών φόρων (ουρουζίων) για την ημέρα του αγίου Γεωργίου. Οι άνθρωποι ξεπουλιούνται για να τους πληρώσουν. Λίγους μήνες μετά δύο φοροεισπράκτορες ζητούν άλλα 7.000 γρόσια. Οι χωρικοί αναγκάζονται να προπωλήσουν, σε κατάλληλο πρόσωπο, το μετάξι τους και σε εξευτελιστική τιμή ώστε να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Οι κρατικές αποθήκες σιταριού είχαν εν τω μεταξύ σφραγιστεί κάνοντας την τιμή του σιταριού να εκτιναχθεί.

Ενα χρόνο αργότερα ο εκπρόσωπος (βοϊοβονδάς) του τιμαριούχου ανοίγει τις αποθήκες και απαγορεύει στους ραγιάδες να πουλούν το σιτάρι τους, το καλαμπόκι, το κριθάρι και τη σίκαλή τους ώστε να μπορέσει να πουλήσει σε ψηλές τιμές τα προϊόντα του τιμαρίου. Επιπλέον τις Κυριακές και τις σχόλες ο πληθυσμός επιβαρύνεται με αγγαρείες.

«Πρωτοβρόμησαν αυτοί»

Πώς εξακολουθούν ν’ αντιδρούν οι παραδοσιακοί εκπρόσωποι των κυριαρχημένων; «Είχαμε μερικοί ιερείς, οπού αντί να μας αλατίζουν να μη βρωμήσωμαι, αυτοί από την αμάθειά τους, πρωτοβρόμησαν αυτοί […] Δια την αλαζονίαν, και αυτοί επεριπατούσαν, τόσον ογκομένα και τα μαλιά εις την κοριφήν μαζομένα, και ανιγμέναις ταις πλάταις, ίδια ωσάν τους πεχλιβάνους». Είναι αλήθεια ότι ο Γιαννάκης, ως ευλαβής κοσμικός, είχε λογαριασμούς με τους ιερείς που δεν τον άφηναν την Κυριακή να διαβάσει, όσο θα ‘πρεπε, στην Εκκλησία. Βιάζονταν να τελειώνουν τη λειτουργία και να ανοίγουν τα καταστήματα που διατηρούσαν παράλληλα.

Η μαρτυρία του αναγνώστη Γιαννάκη ξεπερνά το απλό ενδιαφέρον για την Τουρκοκρατία. Αφορά οποιονδήποτε θα ήθελε να καταλάβει τα κυριαρχικά καθεστώτα που ίσχυαν πριν από τις επαναστάσεις του 19ου αιώνα.

* Ο Ν. Ε. Καραπιδάκης είναι καθηγητής της Ιστορίας της Μεσαιωνικής Δύσης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τ. διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους.