ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η «ατζέντα» του Ελευθερίου Βενιζέλου

Περνώντας μπροστά από τον αριθμό 2 της Χρήστου Λαδά, βλέπεις την πλακέτα «Μουσείο Ελευθερίου Βενιζέλου» και θυμάσαι τη συμπλήρωση 70 χρόνων από τον θάνατο του Βενιζέλου, στις 18 Μαρτίου 1936, στο Παρίσι. Χαμογελάς με τις συμπτώσεις. Λίγο αργότερα βρίσκεσαι να σε ξεναγεί ο επιστημονικός διευθυντής του Ιδρύματος Μελέτης Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, κ. Δημήτρης Μιχαλόπουλος.

Το ενδιαφέρον μεταμορφώνεται σε εύλογη περιέργεια όταν ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Βενιζέλου βλέπεις ένα μικρό έντυπο σε μέγεθος ατζέντας, όπου λέξεις και φράσεις στα γαλλικά, σε διπλές στήλες, αντιστοιχίζονται αινιγματικά με αριθμούς. Είναι ο κώδικας με τον οποίο ο Βενιζέλος επικοινωνούσε κρυπτογραφικά με τη δεύτερη σύζυγό του, την Ελενα Σκυλίτση.

Κρυπτογραφική επικοινωνία; Πρωθυπουργική αλληλογραφία, ίσως και τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, σε κωδική γλώσσα;

Επικοινωνούσαν στα γαλλικά

«Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για κρυπτογραφικό κώδικα από αυτούς που χρησιμοποιούσε ο γαλλικός στρατός από τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά», λέει ο κ. Μιχαλόπουλος. Σε χρήση ακόμα τότε; «Οι κώδικες άλλαζαν συχνά, πριν «σπάσουν» και προδοθούν σε συστήματα εχθρικά – τα γερμανικά κυρίως, γιατί, μην ξεχνάμε, βρισκόμαστε στον Μεσοπόλεμο». Ακριβώς η περίοδος της κοινής ζωής τους. «Σωστά. O Βενιζέλος και η Σκυλίτση παντρεύτηκαν το 1921, στο Λονδίνο. Εκείνη ήταν πάμπλουτη, κόρη τραπεζίτη. Εκείνος δεν είχε την οικονομική άνεση που απαιτούσαν οι κινήσεις, η δράση, η ζωή του. O Βενιζέλος, μην ξεχνάμε, περισσότερο από πολιτικός ήταν διπλωμάτης, το φυσικό του πεδίο ήταν οι διεθνείς συναντήσεις, κι εκεί χρειαζόταν μιαν αίγλη που δεν μπορούσε να του δώσει το ελληνικό κράτος, η πρωθυπουργική ή η βουλευτική του αποζημίωση».

Εζησαν μαζί μέχρι τον θάνατό του. «H Ελενα διέμενε κυρίως στο εξωτερικό, στην Ελλάδα ερχόταν από το 1928 και μετά. Αλληλογραφούσαν στα γαλλικά, τη γλώσσα της εποχής, τη γλώσσα των επικοινωνιών». Και, προφανώς, κρυπτογραφικά πολλές φορές, αφού επρόκειτο για μια ιδιαίτερα επισφαλή εποχή. Το ότι ο κώδικας αυτός ήταν ή υπήρξε σε χρήση μάλλον δεν προβλημάτιζε, αφού «ο ελληνικός στρατός ήταν σε αποσύνθεση κατά τον Μεσοπόλεμο, δεν είχε τέτοιες αποκρυπτογραφικές δυνατότητες». Τηλεφωνική χρήση δεν φαίνεται να γινόταν, δεν δεν έχει βρεθεί τηλεφωνικός κρυπτογραφικός κώδικας του Βενιζέλου. «Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, η τηλεφωνία περνούσε από ένα κέντρο που το χειρίζονταν τηλεφωνήτριες, οπότε όλες οι συνδιαλέξεις ακούγονταν». Δεν είχε νόημα να γίνεται συστηματική παρακολούθηση, εφόσον δεν υπήρχε και συστηματική, ας πούμε, απόκρυψη. Και αντιστρόφως, βέβαια. «Αλλωστε, η τηλεφωνία ήταν απείρως πιο περιορισμένη απ’ ό,τι σήμερα». H τηλεφωνία έπρεπε να περιμένει να μεγαλώσει αρκετά για να επιβάλει, όπως η ταχυδρομική αλληλογραφία, ο ασύρματος και ο τηλέγραφος πριν από αυτήν, τους δικούς της όρους, τις δικές της πρόνοιες.

Αλλά πώς οι Γάλλοι εμπιστεύτηκαν σε έναν τρίτο τη χρησιμοποίηση ενός κώδικα έστω και σε αχρησία; «Οι Γάλλοι, ένας λαός που έχει αναπτύξει κατ’ εξοχήν την έννοια του έθνους, θεωρούν Γάλλο όποιον αποδεδειγμένα θέλει να είναι Γάλλος. O Βενιζέλος ήταν ο πρώτος που επέμενε να ταχθεί η Ελλάδα στο πλευρό της Γαλλίας κατά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό η Γαλλία δεν το ξέχασε ποτέ. Γι’ αυτό και στη Γαλλία έμενε, εκεί κυκλοφορούσε, εκεί κατέφυγε, εκεί πέθανε. Το ότι στην πιο κρίσιμη ώρα για τη Γαλλία ο Βενιζέλος τοποθετήθηκε υπέρ της ήταν κάτι που η Γαλλία ειδικά -όχι η Αγγλία, όχι άλλη χώρα- το θεώρησε άξιο ενός Γάλλου». Και το ετίμησε.

Αιτία διχασμού

Στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε την ύπαρξη κρυπτογραφικής επικοινωνίας μεταξύ υψηλών προσώπων την ίδια περίοδο. Στο μουσείο στη Χρήστου Λαδά, τουλάχιστον, δεν υπάρχουν σχετικά τεκμήρια. Υπάρχουν, όμως, τα τεκμήρια μιας μη κρυπτογραφικής επικοινωνίας υψηλού επιπέδου και μεγάλης σημασίας, μας λέει ο κ. Μιχαλόπουλος. Είναι «τα τηλεγραφήματα μεταξύ του βασιλικού ζεύγους της Ελλάδας και της αυτοκρατορικής αυλής της Γερμανίας». Το ζήτημα είναι γνωστό, κατά πόσο δηλ. από το 1916 η ελληνική βασιλική οικογένεια είχε ή όχι απευθείας επικοινωνία με το Βερολίνο. «Τα τηλεγραφήματα αυτά βρέθηκαν, αντίγραφά τους έχουν έλθει στα χέρια μας. Ξέρουμε πώς γινόταν η επικοινωνία. Υπήρχε ένας ασύρματος στον Βοτανικό, στη βάση του Ναυτικού. Από εκεί το μήνυμα στελνόταν με τον ασύρματο στο Μοναστήρι (Βιτώλια), που το 1916 το ήλεγχαν οι Γερμανοί. Από εκεί περνούσε στην ελληνική πρεσβεία στη Βέρνη της Ελβετίας, έφτανε, στη συνέχεια, στην ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο και, από εκεί, στον Γερμανό αυτοκράτορα. Τα μηνύματα είναι στα γαλλικά και en clair, όχι κρυπτογραφημένα, απ’ όσο ξέρουμε. Ηταν ένα μεγάλο θέμα, διότι οι Γάλλοι και οι βενιζελικοί υποστήριζαν ότι ο Κωνσταντίνος και η Σοφία αλληλογραφούσαν με το Βερολίνο, πράγμα που τα ανάκτορα το αρνούνταν».