ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπάμπελ, ένας συγγραφέας στο εκτελεστικό απόσπασμα

Ισαάκ Μπάμπελ

Το κόκκινο ιππικό

Το άρωμα της Οδησσού

Στο πεδίο της τιμής

μετ. B. Πουλάκος

εκδ. Ροές, σελ. 280, 432, 304

Στις 16 Ιανουαρίου του 1940 ο Ιωσήφ Στάλιν υπέγραψε 346 θανατικές καταδίκες, μεταξύ αυτών και του συγγραφέα Ισαάκ Μπάμπελ, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι ήταν πράκτορας των Δυτικών και συνεργάτης τροτσκιστών. Στη 1.30 π.μ. της 27ης Ιανουαρίου του 1940, ο Μπάμπελ εκτελέστηκε και αποτεφρώθηκε. Οι στάχτες του, ανακατεμένες με των άλλων εκτελεσμένων, πετάχτηκαν σ’ έναν λάκκο, όπου αργότερα στήθηκε μια πινακίδα με την ένδειξη: «Ομαδικός Τάφος Αριθμός Ενα – αζήτητες στάχτες των ετών 1930 – 42 συμπεριλαμβανομένων».

Ο Μπάμπελ δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα το 1913 και σχεδόν ταυτόχρονα βρήκε στο πρόσωπο του Μαξίμ Γκόρκι ένα είδος δασκάλου και προστάτη, προτού κληθεί να υπηρετήσει στο ρουμανικό Μέτωπο το 1917, χάνοντας έτσι την μπολσεβίκικη επανάσταση. Το 1920, χρονιά του γάμου του, ο Μπάμπελ βρέθηκε ξανά σε πολεμικό μέτωπο, τούτη τη φορά στον σοβιετο-πολωνικό πόλεμο.

Την επόμενη χρονιά ξεκίνησε να γράφει τα διηγήματα που αποτέλεσαν την θρυλική συλλογή «Το κόκκινο ιππικό», το γνωστότερο και κορυφαίο του έργο, εμπνευσμένο από τις εμπειρίες του στην πρώτη γραμμή. H έκδοση του «Κόκκινου ιππικού» προκάλεσε την οργή του επιθεωρητή του Σώματος, Σεμιόν Μπουντιόνι, ο οποίος, μάλιστα, γνωρίζοντας το περιεχόμενο (τις ανάγλυφες και ωμές περιγραφές θηριωδιών), προσπάθησε να εμποδίσει την κυκλοφορία του. Δεν τα κατάφερε και η έκδοσή του κατέστησε σχεδόν εν μια νυκτί διάσημο τον Μπάμπελ, ο οποίος δημοσίευσε σχεδόν ταυτόχρονα μία ακόμα εξαιρετική σειρά διηγημάτων με σκηνικό τον εβραϊκό υπόκοσμο της Οδησσού («Το άρωμα της Οδησσού»).

Πιστός στο καθήκον

Το 1925, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Λένιν και με τη σταδιακή άνοδο του Στάλιν στην εξουσία, το πολιτικό σκηνικό άρχισε να αλλάζει προς το χειρότερο, ενώ παράλληλα, η οικογένεια του συγγραφέα μετοίκησε στη Γαλλία. Τον Μπάμπελ τον κατέκλυσε αγωνία και μοναξιά – αν και δεν έπαψε να έχει τις ερωτικές του περιπέτειες.

Ωστόσο, ενώ έβλεπε ότι στη χώρα εξαπλωνόταν ένα κύμα τρομοκρατίας, ειδικά από το 1930 και μετά, και παρ’ ότι σκέφτηκε σοβαρά το ενδεχόμενο της μετανάστευσης, τελικά παρέμεινε στη Ρωσία όπου, παραδόξως, άρχισε να απολαμβάνει προνόμια διακεκριμένου συγγραφέα. Συνεργαζόταν με τον Αϊζενστάιν, είχε δικό του διαμέρισμα στη Μόσχα και την άδεια να έχει επαφές με Δυτικούς, κάτι που απαγορευόταν διά ροπάλου από το Κόμμα.

Από το 1935, όμως, ο Μπάμπελ άρχισε να παρακολουθείται από τις αρχές, ενώ μετά το 1936 και το θάνατο του Γκόρκι, η θέση του άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο επισφαλής. Κατέληξε στη φυλακή το 1939 και από ‘κει στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Σύμφωνα με την κόρη του Ναταλία, ο πατέρας της δεν ακολούθησε τις επιλογές ενός Ναμπόκοφ διότι πίστευε ότι αν έφευγε από τη χώρα του θα αυτο-ακρωτηριαζόταν ως συγγραφέας. Σημαντικό ρόλο όμως στην τελική του απόφαση έπαιξε και ένα κάποιο προσωπικό αίσθημα τιμής και καθήκοντος που τον διακατείχε καθώς και ο ισχυρός του πατριωτισμός.

Κλινικές περιγραφές

Αυστηρός κριτής του καθεστώτος και ταυτόχρονα πιστός σε αυτό με μια σχεδόν αυτοκτονική τάση· αυτή ήταν η αινιγματική στάση ενός συγγραφέα που και η γραφή του, μέσα στην απλότητα και την αμεσότητά της, περιέχει κάποια αντιφατικά στοιχεία, που όμως συνιστούν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Ιστορίες στις οποίες συνδυάζει μιαν απίστευτη ωμότητα με μια σχεδόν λυρική τρυφερότητα, ακόμα και στις πιο άμεσα αυτοβιογραφικές και ημερολογιακές σημειώσεις του εκπληκτικού «Πεδίου της τιμής». Οι κλινικές περιγραφές σκοτωμών και φρικαλεοτήτων σε συνδυαμό με σφήνες-σχόλια μοναδικής οξυδέρκειας όσο και ευαισθησίας, κι ακόμα η λεπτή ειρωνεία και το πικρό χιούμορ, μαρτυρούν ένα σπουδαίο τεχνίτη του λόγου και ταυτόχρονα ένα δημιουργό με μεγάλη βαθύτητα σκέψης και συναισθημάτων.

«Δεν μ’ άφησαν…»

Κατά τη δεκαετία του 1990 χτίστηκε στο σημείο του ομαδικού τάφου των εκτελεσμένων του Στάλιν, όπου και οι στάχτες του Μπάμπελ, ένα μνημείο με την εξής επιγραφή: «Εδώ κείτονται θαμμένα τα υπολείμματα των αθώων, βασανισμένων και εκτελεσμένων θυμάτων της πολιτικής καταπίεσης. Είθε να μείνουν πάντα στη μνήμη των ανθρώπων». Ισως ο ωμός, ειρωνικός, τρυφερός και μειλίχιος Μπάμπελ να είχε πολλά να μας πει σήμερα σχετικά με το περίφημο Ευρωπαϊκό Μνημόνιο περί καταδίκης των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων. Χαραγμένη μένει στη μνήμη πάντως η τελευταία του κουβέντα, όταν τον συνέλαβαν τον Μάιο του 1939 και χαμογελαστό τον οδήγησαν σε φυλακές της Μόσχας: «Δεν με άφησαν να τελειώσω».