ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας αφαιρετικός υπαινικτικός λόγος

Κώστας Καναβούρης: «O κόσμος ακόμα χρειάζεται σφαγές», εκδόσεις Καστανιώτης, 2005.

O Κώστας Καναβούρης (γεν. 1955) εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Τετράδιο ιχνογραφίας» το 1982 και ακολούθησαν έκτοτε άλλες τέσσερις, ενώ το 2002 εξέδωσε πεζά κείμενα με τον τίτλο «Υπόθεση ακοής». Τώρα επανέρχεται με την παρούσα ποιητική συλλογή, η οποία συμπυκνώνει παλαιότερους προβληματισμούς με καινούργιες θέσεις και διαθέσεις. Δύο είναι οι κεντρικοί άξονες της συλλογής: ο θάνατος και η ποίηση -η δημιουργία- που ταυτίζεται ωστόσο με σιωπή: Ποίηση είναι η μεταφρασμένη σιωπή / Και η σιωπή μεταφρασμένη ποίηση. / Αλλά όπως ξέρετε / H ποίηση χάνει πολύ στις μεταφράσεις. / Το ίδιο και η σιωπή. («Προειδοποίηση», σ. 67). Οι στίχοι αυτοί φέρνουν στο νου την άποψη του Τζορτζ Στάινερ, ο οποίος συνδέει τη σιωπή με την ποίηση στο δοκίμιό του «H σιωπή και ο ποιητής» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερασμος): «… εκεί όπου παύει να υπάρχει ή εκεί όπου υφίσταται ριζική μεταλλαγή, ο λόγος κομίζει τη μαρτυρία μιας ανέκφραστης πραγματικότητας ή μιας σύνταξης πιο εύπλαστης, πιο διεισδυτικής από τη δική του. Αλλά υπάρχει και ένας τρίτος τρόπος υπέρβασης: κατ’ αυτόν η γλώσσα απλώς παύει και η κίνηση του πνεύματος δεν εμφανίζει πλέον καμιά προς τα έξω εκδήλωση της ύπαρξής του. O ποιητής μπαίνει στη σιωπή… Αλλά και με τον πλέον σαφή τρόπο και ο Σεφέρης θα υποστηρίξει κάτι ανάλογο στις «Δοκιμές» του: …η ποίηση χρησιμοποιεί τη σιωπή, είναι καμωμένη από λόγο και από σιωπή, σμιλεύει τη σιωπή κατά κάποιον τρόπο…». H ποίηση υπονοεί, υποβάλλει καθώς αναδύεται από την ανυπαρξία, εκ του μη όντος.

Στον ποιητικό κόσμο του Καναβούρη όλες οι εμπειρίες, τα συναισθήματα, η αίσθηση της πραγματικότητας, η διαπίστωση του αμετάκλητου περάσματος του χρόνου, ο επικείμενος θάνατος συγκλίνουν στον αφαιρετικό υπαινικτικό λόγο: Ζωή, θάνατος, χρόνος, πόλεμος / Δεν είναι αυτό η ποίηση / Δεν είναι αυτό. («Νεωκόρος βυθομετρήσεων» σ. 22). H επανάληψη της άρνησης, ωστόσο, δίνει κατάφαση και επιβεβαιώνει την αυτοαναίρεσή της.

Η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η απουσία αγάπης είναι μερικά ακόμη θέματα που ξεχωρίζουν στην ποίηση του Καναβούρη, ζητήματα τα οποία κάνουν τον λόγο συγκρατημένο, ενίοτε πικρό αν και τον αφήνουν πάντα λιτό και διαφανή: Οπου αγάπησα κεραυνός έπεσε. / Τυφλό το χτύπημα. / Διαμπερές το τραύμα… Αργό τραγούδι / Πιο αργό / Αλλαζε τον ρυθμό στα μάτια σου. / Ξενιτεμένοι μεταξύ μας είμαστε… («Μήνυμα σε τηλεφωνητή», σ. 27). Και ενώ η ματαιότητα των πάντων, εφόσον το τέλος τους είναι βέβαιο, υπολανθάνει σε πολλά ποιήματα της συλλογής, αίφνης μια νότα τρυφερότητας υποδηλώνει ότι δεν είναι όλα δίχως νόημα: Βρέθηκαν τα ποιήματα. / Οχι εκεί. Αλλού. / Οχι από εμάς / Εμείς μονάχα κάτι κιάλια παιδικά / Ανακαλύψαμε / Κάτω από ένα μαξιλάρι. / Τόσο τυχαία / Οσο και η όραση. («Μυκηναϊκός τάφος» σ. 32). H παιδική ηλικία, η ταυτόσημη με την εποχή της αθωότητας, συνδέεται με την καλλιτεχνική δημιουργία και με τη διαρκή αναζήτηση που ποτέ δεν οδηγεί σε βέβαιες απαντήσεις και συμπεράσματα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλα είναι τυχαία και φθαρτά. H χρήση του ρήματος και του ουσιαστικού, μάλιστα, προσδίδει ροή αλλά και «αφηγηματικότητα» στα ποιήματα, τα οποία προβάλλουν χαμηλόφωνα τις εναγώνιες αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου.