ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Χρ. Ρωμανού κηδεύεται αύριο, στο Α΄ Νεκροταφείο

Είκοσι μήνες. Τόσους άντεξε η Χρύσα Ρωμανού την απώλεια του αγαπημένου της Νίκου Κεσσανλή, που αποδείχθηκε δυσβάσταχτη. Τον είχε χάσει τον Ιούλιο του 2004. H Χρύσα Ρωμανού (γ. 1931), μία από τις πρωταγωνιστικές φιγούρες της ανατρεπτικής γενιάς του ’60, πέθανε το πρωί του Σαββάτου ύστερα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο. H κηδεία της θα γίνει αύριο στις 3.15 το μεσημέρι από το A΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Από την αφαίρεση στη μονοτυπία

Κόρη του ζωγράφου Γιόχαν Ρωμανού, σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Γ. Μόραλη και τον A. Γεωργιάδη. Τα πρώιμα ζωγραφικά της έργα κινούνται στον χώρο της αφαίρεσης, σε μία καταφανή προσπάθεια για αποδέσμευση από τη ρεαλιστική απεικόνιση. Το 1958 εκθέτει για πρώτη φορά στο A΄ Καλοκαιρινό Σαλόνι Νέων Καλλιτεχνών και κερδίζει ένα από τα τρία πρώτα βραβεία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πειραματίζεται πάνω στις αρχές της μονοτυπίας, διεκδικώντας τη δική της προσωπική εικαστική γλώσσα και ταυτότητα. Το 1961 φεύγει με υποτροφία του ελληνικού κράτους για το Παρίσι, όπου θα συναντήσει τον Νίκο Κεσσανλή και θα ζήσει για 20 ολόκληρα χρόνια. Το 1963 αρχίζει τους «Μύθους», σειρά έργων που δημιουργεί στο πάτωμα χύνοντας αραιωμένο μπλε χρώμα πάνω σε λευκό φόντο και σχεδιάζοντας μαύρα περιγράμματα όσο το χρώμα είναι ακόμα νωπό. Επιστροφή στις μονοτυπίες με τις «Επαναλήψεις», όπου εισάγει για πρώτη φορά στο έργο της την τεχνική του κολάζ.

Από το 1969 έως το 1977 κατασκευάζει τα «Μεκανό», μνημειακές εικαστικές συνθέσεις και σχέδια που μεταφέρουν την εννοιολογική και κατασκευαστική ιδέα του παιδικού παιχνιδιού σε προτάσεις επεμβάσεων και παρεμβάσεων στη φύση και στην πόλη. Παράλληλα, επεξεργάζεται οπτικά διηγήματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της μεταξοτυπίας, για να παράγει αυτόνομες εικόνες που συγκεντρώνονται σε «folios» ώστε να διαβαστούν συνολικά σαν μία αποδομημένη ιστορία εν εξελίξει. Οπως σημειώνει η επιμελήτρια της έκθεσης του ΕΜΣΤ «Τα χρόνια της αμφισβήτησης. H Τέχνη του ’70 στην Ελλάδα», Μπία Παπαδοπούλου, «το οπτικό αφήγημα, αντί να ξετυλίγεται παραθετικά, χτίζεται σε αλλεπάλληλες επιφάνειες και διακλαδώνεται σε εικονικά στρώματα που το ένα διεισδύει μέσα στο άλλο, παρεμποδίζοντας τη ρευστή ανάγνωση και επιβάλλοντας την ταυτόχρονη θέαση των ετερογενών στοιχείων». Στην ίδια λογική κινούνται τα μεταγενέστερα «Ντεκολάζ» (αρχές δεκαετίας του ’80), έργα που δημιουργούνται από την αποκόλληση και την επικόλληση εικόνων σε επιφάνειες του πλεξιγκλάς. Το 1994 έλαβε μέρος για δεύτερη φορά στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο ενώ το 2001 απέσυρε τη συμμετοχή της από την Μπιενάλε της Βενετίας.