ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Δεν μπαίνω σε κανάλια»…

Το σινεμά έχει πολλά πρόσωπα για τον Πατρίς Λεκόντ, έναν από τους πιο ευέλικτους Γάλλους σκηνοθέτες, που αποφεύγει την κατηγοριοποίηση σε είδη και κάθε ταινία του μοιάζει εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη. Ο Λεκόντ ήρθε στην Ελλάδα για δύο λόγους: την απονομή του τιμητικού «Χρυσού Ιππου» στο πλαίσιο του 14ου Μεσογειακού Φεστιβάλ της Λάρισας, αλλά και το 7ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, που συνδιοργανώνεται από το Γαλλικό Ινστιτούτο και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και συνεχίζεται μέχρι την Κυριακή.

«Φαίνεται περίεργο το ότι κάνω ταινίες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους», είπε ο Λεκόντ χθες το μεσημέρι στη συνάντηση που είχε με κοινό και δημοσιογράφους στο Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου. «Ομως και ως θεατής, διαφορετικές ταινίες βλέπω. Δεν ξέρω κανέναν που να βλέπει μόνο γουέστερν. Ζητώ την ελευθερία. Αν έκανα συνεχώς τα ίδια και τα ίδια θα βαριόμουν. Το ξέρω ότι μπορεί να μην είναι μια συνεπής στάση και ότι οι μεγάλοι δημιουργοί έχουν αναγνωρίσιμο στυλ και κάνουν τα ίδια και τα ίδια. Εγώ δεν είμαι μεγάλος και σκασίλα μου. Κανείς δεν είναι μονόχρωμος. Αφού δεν είμαστε έτσι, αλλά είμαστε σαν μια παλέτα, γιατί να μην χρησιμοποιήσω χρώματα από τον εαυτό μου; Γιατί να μην εκφράσω πράγματα που ανήκουν σε μένα; Δεν έχω πρόγραμμα, δεν έχω κριτήρια για τις ταινίες που θέλω να κάνω. Δεν μπαίνω σε κανάλια, σε κάτι συγκροτημένο και αυστηρό. Είναι σαν να κάνω έναν περίπατο εδώ κι εκεί».

Η ταινία που παρουσίασε ο Λεκόντ στην Αθήνα, το «Φίλοι για πάντα» (θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 6 Ιουλίου), είναι το τρίτο μέρος μιας πολύ επιτυχημένης κωμικής κινηματογραφικής σειράς, με τον Τιερί Λερμίτ, τη Ζοζιάν Μπαλασκό, τον Ζεράρ Ζινιό, τον Κριστιάν Κλαβιέ και τον Μισέλ Μπλαν. Οι «Μαυρισμένοι», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, είναι μια παρέα φίλων, που πρωτοσυναντήθηκε κινηματογραφικά το 1978 και ξαναβρέθηκε το 1979, ενώ η τρίτη ταινία έχει ξεπεράσει τα δέκα εκατομμύρια εισιτήρια στη Γαλλία. Ο Λεκόντ αντιλαμβάνεται τη δυσκολία να «περάσει» το χιούμορ σε ένα διαφορετικό κοινό. «Η κωμωδία συχνά δεν εξάγεται. Δεν είναι καθολικό το χιούμορ. Πράγματα που κάνουν τους Ισπανούς ή τους Γάλλους να γελάνε, μπορεί να αφήνουν τους Ελληνες αδιάφορους. Δυσκολεύομαι να βλέπω τις ταινίες μου με κοινό, όμως στην αθηναϊκή προβολή είδα ότι το κοινό γελούσε και αυτό με συγκίνησε και με ανακούφισε».

Πριν από δυο χρόνια, ο Πατρίς Λεκόντ είχε μια έντονη σύγκρουση με τους Γάλλους κριτικούς, κατηγορώντας τους για διακρίσεις κατά του γαλλικού σινεμά. Ποια είναι σήμερα η θέση του; «Ας μη ρίχνουμε λάδι στη φωτιά. Θα κατηγορούσα τους Γάλλους κριτικούς ότι αγαπούν το γαλλικό σινεμά λιγότερο απ’ ό,τι εγώ. Καταλαβαίνω ότι κάποιες ταινίες μπορεί να μην τους αρέσουν, αλλά δεν μπορούν να εκφράζονται με αυτόν τον βίαιο τρόπο και μάλιστα για ταινίες που αρέσουν στο κοινό. Οταν είπα τη γνώμη μου, άρχισε ένας πόλεμος που πήρε διαστάσεις και αυτό που κατάλαβα είναι ότι δεν μπορεί να κριτικάρεις τους κριτικούς. Ηρεμήσαμε για λίγο, όμως μετά άρχισαν και πάλι τα ίδια. Είναι όπως όταν οδηγείς σε έναν αυτοκινητόδρομο και βλέπεις ένα δυστύχημα. Για λίγα χιλιόμετρα οδηγείς προσεκτικά, πριν παρασυρθείς και πάλι. Ρόλος της κριτικής πιστεύω ότι είναι να οδηγεί τον κόσμο στις ταινίες που δεν φαίνονται και τόσο πολύ».

Ο ίδιος, από τις τεχνικά άψογες ταινίες, προτιμά αυτές που επικοινωνούν με τον συναισθηματικό κόσμο του θεατή. «Οι ταινίες που μού αρέσουν είναι αυτές που με ανεβάζουν. Οταν ο σκηνοθέτης με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί κάπου. Μια ταινία θεωρώ ότι είναι καλή, αν με αγγίξει, με συγκινήσει, με κάνει να γελάσω. Η ζωή είναι δύσκολη και δεν χρειάζεται να την κάνουμε χειρότερη. Οι ταινίες πρέπει να εκφράζουν κάτι θετικό, που να διαρκεί. Με το χιούμορ και με ελαφριά διάθεση μπορούμε να περάσουμε και έτσι μηνύματα στον κόσμο».

Αν και διαφορετικής οπτικής απέναντι στον κινηματογράφο, ο Λεκόντ παραδέχεται το ταλέντο και τα επιτεύγματα άλλων σκηνοθετών, που κάνουν ταινίες με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. «Οταν λέω ότι μού αρέσουν οι ταινίες που με ανεβάζουν, δεν σημαίνει ότι αποκλείω τα άλλα είδη. Οι αδελφοί Νταρντέν για παράδειγμα έχουν επινοήσει μια εξαιρετική κινηματογραφική γλώσσα. Οταν είδα το «Παιδί», δεν μπορούσα μετά να σηκωθώ από τη θέση μου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να γυρίσω ούτε ένα λεπτό ταινίας τους. Είναι βέβαια και δύο αυτοί».