ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Ευχαριστώ την Ελλάδα για τη δημοκρατία»

Τον Πάβελ Κόχουτ τον γνωρίσαμε το 2000, όταν κυκλοφόρησε στη χώρα μας το μυθιστόρημά του «O άνθρωπος που δολοφονούσε χήρες», ένα κράμα αστυνομικής και ερωτικής ιστορίας με φόντο την υπό ναζιστική κατοχή Τσεχοσλοβακία. Φέτος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Χιονίζω. Οι εξομολογήσεις μιας γυναίκας από την Πράγα» (Καστανιώτης, μτφρ. Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα – στην οποία οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη βοήθειά της στην πραγματοποίηση αυτής της συνέντευξης). Σε αυτό, ο Κόχουτ αφηγείται τις ερωτικές και αισθηματικές περιπέτειες μιας ώριμης αλλά γοητευτικής γυναίκας, της Πέτρα Μάροβα, η οποία παρά τον διαλυμένο γάμο της, την προβληματική σχέση με την κόρη της και την ανιαρή δουλειά της δεν δείχνει να πτοείται στη διαρκή αναζήτηση της ερωτικής πληρότητας. Ωσπου ξεσπά η περίφημη «βελούδινη επανάσταση» και η ζωή της παίρνει άλλη τροπή. H νέα πολιτική πραγματικότητα είναι τόσο ρευστή που η προσωπική της σύγχυση δείχνει να αντανακλά τη σύγχυση ενός έθνους που βρίσκεται σε μια πολύ κρίσιμη και μεταβατική φάση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, ότι τον δικό του ρόλο παίζει στο βιβλίο και το παιδί αριστερών Ελλήνων που είχαν καταφτάσει στην Τσεχοσλοβακία το 1948, εκδιωγμένοι εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου.

– Τόσο στον «Ανθρωπο που δολοφονούσε χήρες» όσο και στο «Χιονίζω» κυριαρχούσε το δίπολο έρωτα και Ιστορίας/πολιτικής. Η προσωπική περιπέτεια, ο έρωτας, είναι ένα αντίβαρο στον τερατώδη μηχανισμό της Ιστορίας;

– H σχέση πολιτικής και έρωτα, ή καλύτερα έρωτα και Ιστορίας, με απασχολεί για λόγους καθαρά προσωπικούς. H πολιτική, στις διάφορες ιστορικές μορφές της, και ο έρωτας, με τη μορφή διαφόρων γυναικών, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Είμαι προϊόν τους. Νομίζω πως τους συγγραφείς που τους έχει αγγίξει μόνο η πολιτική, ή μόνο ο έρωτας, ή τίποτα από τα δυο, ναι μεν βίωσαν πολύ λιγότερα προβλήματα, στερήθηκαν όμως πολλά. Και αμφιβάλλω αν μπορούν να γράψουν κάτι αξιόλογο. Δεν γνωρίζω γιατί ο μηχανισμός της Ιστορίας πρέπει να είναι τερατώδης. Η ιστορία απλά συμβαίνει, μερικές φορές είναι ευνοϊκή, άλλες καταστροφική. Βίωσα όσο πιο έντονα γινόταν τις αλλαγές αυτές και όσο καιρό συντελούνταν αυτές οι αλλαγές συμπεριφερόμουν σύμφωνα με τον χαρακτήρα μου, δηλαδή ως «αισιόδοξος μοιρολάτρης»· μου άρεσε να κάνω ηλιοθεραπεία, προσπαθούσα σε δύσκολες στιγμές στερήσεων να μάχομαι αυτά τα στοιχεία της Ιστορίας, και όταν έδειχναν ότι υπερτερούσαν σε δύναμη, «μεταλλάχτηκα» από ανθρώπινο ον σε συγγραφέα, προσπαθώντας να αντιλαμβάνομαι τα πάντα με τέτοιο τρόπο ώστε να ελέγχω τον φόβο μου με την ελπίδα πως κάποτε θα γράψω γι’ αυτόν παραμένοντας παράλληλα υγιής. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που όλ’ αυτά είχαν επίδραση σε όλα τα μυθιστορήματα και θεατρικά μου έργα.

Το πέρασμα στον καπιταλισμό

– Πόσο λυτρωτικό και πόσο τραυματικό ήταν το πέρασμα από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό;

– Οι άνθρωποι της γενιάς μου, μετά το σοκ του ναζισμού σκόπευαν να λυτρωθούν μέσα από το σοσιαλισμό σοβιετικού τύπου, αλλά βίωσαν στο πετσί τους την εσφαλμένη λειτουργία του, δεδομένου ότι θεμελιώθηκε πάνω σε μια λανθασμένη απόφανση: πως οι άνθρωποι είναι ίσοι και γι’ αυτό είναι άδικο που ο οποιοσδήποτε ανταγωνισμός χωρίζει την κοινωνία σε πλουσιότερους και φτωχότερους. Οι απότομες αυτές αλλαγές είναι πάντα κρίσιμες και όπως φάνηκε από το παράδειγμα της Τσεχίας, ξεβράστηκαν στην επιφάνεια διάφοροι τύποι του περιθωρίου, κάτι που συμβαίνει ύστερα από κάθε δικτατορία – από του Χίτλερ ή του Φράνκο, μέχρι την τελευταία του Κρεμλίνου. Σε αυτές τις αλλαγές, τα πιο πολλά χρήματα και τη μεγαλύτερη επιρροή την έχει τις περισσότερες φορές η εκδιωγμένη ελίτ, η οποία και έδωσε αυτόν τον άγριο χαρακτήρα στον καπιταλισμό της Δημοκρατίας της Τσεχίας, συνεπώς η λύτρωση πράγματι πληρώνεται με πόνο. Περιμένω όμως να έρθουν οι επόμενες γενιές, με την ελπίδα πως δεν περιμένω για τον Γκοντό.

– Μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων σας αναδύεται μια συλλογική σύγχυση. Είναι η Τσεχία μια άγρια καπιταλιστική χώρα πλέον όπου πολλοί πολίτες νοσταλγούν τον κομμουνισμό;

– Η κατάσταση που μόλις περιέγραψα, δημιουργεί βεβαίως την οφθαλμαπάτη ότι πριν ήταν καλύτερα. Αν ήταν έτσι, τότε αυτή ήταν μόνο για ανθρώπους πρόθυμους να ζουν χωρίς ελευθερία και χωρίς άποψη, κερδίζοντας απλά σαν αντάλλαγμα μια σιγουριά – πως δηλαδή, δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν για τίποτα, διότι δεν θα πεθάνουν και της πείνας, κι εκείνοι που προσπαθούν, δεν επιτρέπεται να έχουν περισσότερα. Η νοσταλγία οπωσδήποτε δεν καταβάλλει εκείνους που κατανόησαν την ευκαιρία να ζήσουν όπως θέλουν. Το γεγονός πως στην πορεία μπορούν να είναι άτυχοι και να ναυαγήσουν, αυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας ελεύθερης ζωής…

– Εντονο είναι πάντως το στοιχείο του χιούμορ στο «Χιονίζω», μολονότι υπάρχουν και στοιχεία δράματος και τραγωδίας…

– Η τσεχική λογοτεχνία ωρίμασε κατά τον 19ο και 20ό αιώνα στην Πράγα κυρίως, συμβιώνοντας με τη γερμανική και την εβραϊκή λογοτεχνία. Η πρώτη τη διαπότισε με το τραγικό της στοιχείο, η δεύτερη με το χιούμορ των απειλουμένων ανθρώπων της, με τους οποίους οι Τσέχοι νιώθουν ιδιαίτερα κοντά λόγω της ιστορίας τους. Δημιουργήθηκε ένα ωραίο μείγμα που επιτρέπει στους συγγραφείς να ανοίγουν μια ολόκληρη υπάρχουσα παλέτα των λογοτεχνικών ειδών και ρευμάτων. Προσωπικά νιώθω πως είμαι εγγονός τόσο του «Καλού στρατιώτη Σβέικ», όσο και της «Δίκης». Αυτό, άλλωστε, πρέπει να φαίνεται και στο μυθιστόρημά μου «Χιονίζω».

Τα Ελληνόπουλα του Εμφυλίου

– Θα ήθελα να συγκρίνετε τρεις διαφορετικές ιστορικές περιόδους της Τσεχίας έτσι όπως τις ζήσατε εσείς προσωπικά: 1968, 1977 και 1989…

– Θα προσέθετα και το 1938, όταν με τη βοήθεια της Αγγλίας και της Γαλλίας θανατώθηκε η δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, και το 1948, όταν την κηδέψαμε μόνοι μας για μια ψεύτικη ελπίδα, κοπιάζοντας τα επόμενα σαράντα χρόνια να την ξαναζωντανέψουμε. (Παρεμπιπτόντως: εκείνη τη χρονιά έφτασαν στην Τσεχοσλοβακία χιλιάδες Ελληνόπουλα, τα περισσότερα ορφανά του εμφυλίου πολέμου. Ο απόγονος ενός τέτοιου παιδιού παίζει σημαντικό ρόλο και στο μυθιστόρημά μου «Χιονίζω».) Το 1968 κορυφώθηκε η απόπειρα ολόκληρης της κοινωνίας να βελτιώσει το πολιτικό σύστημα, όμως την ποδοπάτησαν τα σοβιετικά τανκς.

Το 1977 άρχισε με την απόπειρα μερικών εκατοντάδων ανθρώπων να σπάσουν την απαίσια «σταθεροποίηση» του σοσιαλισμού, μέσω της οποίας προσπαθούσαν να κρατηθούν στην εξουσία οι διεφθαρμένοι δεσποτικοί αυτόκλητοι της Μόσχας· η «Χάρτα 77» απλά τους είχε ζητήσει να διασφαλίσουν την απόφαση του Ελσίνκι για τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα (που λίγο πριν είχαν υπογράψει οι ίδιοι), ξεκινώντας έτσι τη διάβρωση του συστήματος.

Το 1989 το σύστημα κατέρρευσε από μόνο του, καθώς ήταν ολοφάνερο πως ο Γκορμπατσόφ δεν θα έστελνε πουθενά σοβιετικά τανκς. Ζήσαμε πολλά «σκωτσέζικα ντους». Πολλοί, δυστυχώς, δεν αντεξαν και χάθηκαν. Εμένα ευτυχώς με έκαναν πιο γερό, επομένως μπορώ να σκέφτομαι και να γράφω ακατάπαυστα για όλα αυτά.

Για το Ευρωπαϊκό Μνημόνιο

– Ποια είναι η άποψή σας για το Ευρωπαϊκό Μνημόνιο σχετικά με την καταδίκη των εγκλημάτων του κομμουνισμού;

– Τα εγκλήματα του κομμουνισμού μου φαίνονται πιο κατακριτέα από τα εγκλήματα του ναζισμού, με την έννοια πως ο Χίτλερ είχε ανακοινώσει δημόσια τις προθέσεις του ήδη στο βιβλίο του «Main Kampf», άρα οι οπαδοί του γνώριζαν προς τα πού οδεύουν. Ο Λένιν, ο Στάλιν και μια πλειάδα άλλων κηρύκων του κομμουνισμού προσείλκυσαν – συστράτευσαν εκατομμύρια ευγενικών ανθρώπων, μεταξύ αυτών ιδιοφυείς καλλιτέχνες και επιστήμονες, προκειμένου να υποστηρίξουν το εγχείρημα ενός ευτυχούς μέλλοντος που εκφυλίστηκε όμως και κατέληξε να είναι το ακριβώς αντίθετο. Πιο πολύ από τις αναλύσεις και τα μνημόνια θα χαιρετούσα την καθημερινή διαφωτιστική δουλειά των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των δασκάλων και των γονέων, έτσι ώστε να μην αποβλακώνονται τα παιδιά μας, για παράδειγμα με τη δήλωση πως το καθεστώς του Σαντάμ αποτελούσε απειλή για την Αμερική του Μπους, ή πως η Ευρώπη πρέπει να απαρνηθεί την ελευθερία της έκφρασης, κάτω από την πίεση ανθρώπων που σκοπεύουν να την αφανίσουν. Η Αμερική σύντομα θα έχει έναν νέο πρόεδρο, αλλά οι φανατικοί φονταμενταλιστές θα έχουν τον ίδιο εχθρό – όλους εμάς που ως ύψιστη αξία μας έχουμε το μοναδικό, εν μέρει τουλάχιστον, λειτουργικό κοινωνικό σύστημα, τη δημοκρατία που ανακαλύφθηκε στην Ελλάδα. Την ευχαριστώ γι’ αυτό!

Ποιος είναι

Ο Τσέχος συγγραφέας Πάβελ Κόχουτ είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους Τσέχους συγγραφείς. Γεννήθηκε στην Πράγα το 1928. Πρώην στέλεχος του K.K. Τσεχοσλοβακίας (διαγράφτηκε το 1969), από τους πρωτεργάτες της «Ανοιξης της Πράγας» το 1968 και ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της κίνησης «Χάρτα ’77». Το 1979 ταξίδεψε στην Αυστρία, αλλά δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην πατρίδα του έως το 1989, χρονιά της «βελούδινης επανάστασης». Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «O άνθρωπος που δολοφονούσε χήρες» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, 2000). Το 2003 συμμετείχε στο συλλογικό μυθιστόρημα «Global Novel» (Καστανιώτης) μαζί με 13 άλλους γνωστούς συγγραφείς.