ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πράματα και θάματα…

Νίκος Κουνενής: «Ω του θαύματος!» Εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2006, σελ. 152.

Στη θεο-γραφία, αν με αυτό το όνομα εννοήσουμε τα κείμενα που αναφέρονται στα θεϊκά και στη διασύνδεσή τους με τα ανθρώπινα, συνυπάρχει ο λατρευτικός και ο δοξαστικός λόγος με τον ανευλαβή ή και τον βέβηλο, ο κανονικός με τον αιρετικό, ο ενθουσιώδης με τον επιφυλακτικό και τον κριτικό. Το ποιος λόγος θα κριθεί κάθε φορά κανονικός και ποιος αιρετικός, έχει να κάνει μάλλον με τις περιστασιακές πλειοψηφίες, με τον περιβόητο συσχετισμό δυνάμεων παρά με επιφοιτήσεις πνευμάτων. Και σίγουρα, ο αντίλογος, είτε τη φιλοσοφική αυστηρότητα επιλέγει για να αρθρωθεί είτε τη σατιρική ελευθεριότητα, έχει συμβάλει στη θεογνωσία όσο και ο λόγος των ύμνων και των εγκωμίων. Καμία Πίστη δεν θα μπορούσε να προκόψει δίχως τους ολιγόπιστους και τους αρνητές της.

Οι αγιοποιήσεις, καθώς και το εμπόριο λειψάνων που κηρύσσονται ιερά, δεν έχουν βέβαια αφήσει αδιάφορη τη νεοελληνική λογοτεχνία, τουλάχιστον το τμήμα της εκείνο που αποδέχεται πως δεν έχει εξαντλήσει τον διαφωτιστικό της ρόλο. Το παράδειγμα του Εμμανουήλ Ροΐδη ή του Ανδρέα Λασκαράτου, έστω κι αν λειτουργεί μάλλον σαν φήμη παρά σαν γνώση, δεν έμεινε δίχως ακολούθους. Το μυθιστόρημα «Ω του θαύματος» του Νίκου Κουνενή (γεν. το 1957), το τρίτο του λογοτεχνικό βιβλίο μετά τις συλλογές διηγημάτων «Δημόσια εγγραφή» (2002) και «Ζωντανή σύνδεση» (2003), που απέδειξαν τη σατιρογραφική του επιδεξιότητα, εγγράφεται ακριβώς στην παράδοση του σαρκασμού απέναντι στα αγιωτικά, όταν αυτά καταντούν αγύρτικα.

Τρία χρόνια πριν, το 2003, ο πεζογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος εξέδωσε το δικό του «ανάποδο συναξάρι», το μυθιστόρημα «Αγιογραφία», όπου και χλεύαζε με ευρηματική δριμύτητα την αγιοποίηση ανθρώπου τινός κάθε άλλο παρά τιμίου και συνετού, του Ιωάννη Ορφανού που, πριν σκοτωθεί στην Αρκαδία το 1940, είχε προλάβει, με τεχνάσματα και απάτες, να εγκαθιδρύσει τη θρησκειούλα του, λίαν ωφέλιμη για την αφεντιά του και την παρέα του. Το «Ω του θαύματος» του Νίκου Κουνενή επιλέγει να συνταχθεί σαν κείμενο θρησκευτικής φαντασίας (κατά το «επιστημονική φαντασία»), γι΄ αυτό και ο τόπος είναι μεν η Ελλάδα, ονομάζεται όμως Αβασκανία, ο δε χρόνος είναι ο μέλλων, το 2010. Οσο για την κυρίαρχη εκκλησία, ονομάζεται Μονοπιστική, λατρεύει δε την «αγίαν, ατεμάχιστον και συνεκτική μονοπιστικήν Πεντάδα».

Με ιδιαίτερο κέφι, ο συγγραφέας κατασκευάζει στις σελίδες του δόγματα και θεσμούς και μοιράζει εκκλησιαστικά αξιώματα και αποστολές, στον πρωτοκλιμάκιο Εσόδιο λόγου χάρη, υπεύθυνο των οικονομικών, στον διάκονο Οσονούπιο κ.ο.κ. Με το ίδιο σκανταλιάρικο κέφι ο Κουνενής συνθέτει ύμνους προς τα πενταδικά ουράνια, κυρίως δε προς τον επί γης μάρτυρά τους, τον Οσιο Πρόκλο τον Τρίτο (τον Ευσεβή), που κατά κάποιον τρόπο αγίασε όπως υπέθεταν ότι μπορούσαν ν΄ αγιάσουν μια φορά κι έναν καιρό οι οπαδοί της αίρεσης του νικολαϊτισμού, διά της πολλής ακολασίας δηλαδή. Να χρωστάει το όνομά του ο άγιος ετούτος στους δύο προηγούμενους διάσημους Πρόκλους, τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως του 5ου αιώνα μ.Χ. ή στον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πρόκλο, που έζησε επίσης τον 5ο αιώνα, δεν μοιάζει πιθανό· ο ήχος του ονόματός του είναι άλλωστε σαφέστερος και από το νόημά του: η πρόκληση, η διακωμώδηση δηλαδή της αφελείας, δίχως την οποία δεν μπορεί να βάλει μπροστά τη μηχανή της η θεολογούσα κερδοσκοπία.

Από «φιλήδονος και αμαρτωλός», «επιρρεπής εις τας ακολασίας και χλευαστής της πίστεως», ο αρτοποιός Πρόκλος μεταστρέφεται σε «αγαθό και φιλάνθρωπο στρατιώτη της μονοπιστικής εκκλησίας», και βλέπει, σαν σε όραμα παύλειου τύπου, τον Δευτεράγγελο Δανιήλ, ο οποίος δέχεται μεν τη μετάνοιά του, όμως τον τιμωρεί, για να μην ξεχάσει ποτέ και να μην ξεχαστεί, να έχει «εις το εξής τον μόριόν του, το όργανον το οποίον εδέσποσεν κατά τον πρότερο ακόλαστον βίον του, εν διαρκεί στύσει». Μετά τον «μαρτυρικό θάνατο» του Πρόκλου, το 1910, το σκήνωμά του φυλάσσεται στην ιερά μονή που φέρει το ένδοξο όνομά του, κι εκεί ο άγιος εμφανίζεται στην αδελφή Ματθίλδη, νυχτερινή μοναχή υπηρεσίας. Μόνο που δεν πρόκειται πια για όραμα αλλά για θαύμα: O Πρόκλος, χάρη στην ουράνια πενταδική ευλογία, αποκτά τη δυνατότητα της ημιαναστάσεως, άλλοτε είναι λείψανο δηλαδή και άλλοτε ζωηρότατος και πριαπικότατος κήρυκας της μονοπιστικής ορθοδοξίας.

Θαύμα πάνω στο θαύμα, ο Πρόκλος δεν είναι καν ένας: είναι πολλοί, αφού στις θρησκευτικές συνάξεις και σε κάθε είδους πανηγύρεις εμφανίζονται ένα σωρό σωσίες του για να δρέψουν δάφνες και κυρίως για να υφαρπάξουν πορτοφόλια. Στο κυνήγι του, κι ενώ «η θεοκρατική μετάλλαξη της πολιτικής ζωής» της Αβασκανίας είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού, μπαίνουν βεβαίως και οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ-ερευνητές, με επικεφαλής, ποιον άλλον, τον Μάκη, τον Μάκη Σπίνο, τον «νάμπερ ουάν» του αστυνομικού ρεπορτάζ. Ακολουθούν διενέξεις, αποσχίσεις, αιρέσεις, διαπλοκές και αιματηρές συμπλοκές, όλο το θρησκευτικό τυπικό τέλος πάντων. H έσχατη αποκάλυψη, ότι ο εμφανιζόμενος σαν ημιαναστηθείς άγιος Πρόκλος δεν είναι παρά ο δράστης μιας από τις μεγαλύτερες ληστείες στην επικράτεια της Αβασκανίας, δεν φαίνεται ικανή να κλονίσει ούτε καν τον «ακούραστο τηλεθεατή» Μελέτη (τυπικό είδος μεταλλαγμένου πολίτη της εποχής), προς τον οποίο και στρέφεται μια-δυο φορές ο συγγραφέας, μιλώντας σε πρώτο ενικό πρόσωπο εκεί. Παρεμπιπτόντως, ο Νίκος Κουνενής, στη μέση του βιβλίου του και με μπορχεσιανό οίστρο ή απλώς για να πειράξει όσους μεταμοντέρνους λογοτέχνες έχουν κυριευτεί από τη μανία των ευρημάτων, ξαποστέλνει στον άλλο κόσμο τον «συγγραφέα Νίκο Κουνελή ή κάπως έτσι», που «φημολογείται ότι έγραφε σατιρικό μυθιστόρημα με θέμα την ημιανάσταση του Πρόκλου».

Να πρόσθεσε ορισμένες πινελιές στο κείμενό του (μια εκτενή νουβέλα μάλλον παρά μυθιστόρημα) ο Νίκος Κουνενής μετά την τηλεοπτική (και ακολούθως ιερατική) αγιοποίηση των ημερών μας, του μετά θάνατον ταλανιζομένου μοναχού Βησσαρίωνος, δεν φαίνεται απίθανο. H σατιρική του όρεξη πάντως δεν χρειαζόταν το δράμα της μονής Αγάθωνος για ν΄ ανοίξει· η ύλη που προσφέρει η διαρκής επικαιρότητα και όχι η έκτακτη, είναι ήδη πολλή και σίγουρα αρκεί για να παρακινήσει και να εξεγείρει όσους μελαγχολούν βλέποντας ακατανίκητη τη δεσποτεία της αφελείας και διά παντός ακρήμνιστο τον ναό του εμπορίου δίπλα σε τεμένη ευλαβείας.

Γιατρικό για τη μελαγχολία είναι η σάτιρα, όταν μάλιστα έχει και στόχο και τρόπο, όπως συμβαίνει στο «Ω του θαύματος», και όχι ευκαιρία ανώδυνου και ρηχού αστεϊσμού που τρέφεται και ογκώνεται από την αλαζονική πεποίθηση της πνευματικής ανωτερότητάς του. Και η μελαγχολία αυτή, απόρροια ίσως της αίσθησης ότι ο Λόγος μπορεί να έχει κερδίσει μικρές μάχες κατά της Δεισιδαιμονίας, έχει χάσει όμως τον πόλεμο, αποτυπώνεται ευκρινής και στο μότο που σκαρφίζεται και τοποθετεί ο συγγραφέας σαν οδόσημο στην είσοδο του βιβλίου του, ή και σαν προκαταβολικό συμπέρασμα: «”A, η πίστις! Ω, η ευπιστία!” (Μάθιου Σ. Αλας (3001 π.Χ.-2001 μ.Χ.)». Σαν να κυλάει προς τα πίσω ο χρόνος…