ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα σχέδια του Μιχαήλ Αγγελου

Τόσο φοβόταν ο Μιχαήλ Αγγελος ότι τα σχέδιά του θα αποκάλυπταν τα εσώτερα μυστικά της τέχνης του ώστε δεν τα έδειχνε παρά μόνο σε ένα στενό κύκλο φίλων. Πολλά τους, μάλιστα, τα έκαψε πριν πεθάνει. Ισως γι’ αυτό θα ένιωθε δυσάρεστη έκπληξη με την έκθεση τούτη του Βρετανικού Μουσείου, η οποία αποπειράται να φέρει τον θεατή πιο κοντά στο δημιουργικό του πνεύμα.

Το ζείδωρο αίμα

Αυτή η έκθεση, η πρώτη μετά μια ολόκληρη γενιά, κατέστη δυνατή μόνο και μόνο γιατί τα σχέδια του μεγάλου καλλιτέχνη είχαν γίνει συλλεκτικά είδη από τότε που ο ίδιος ζούσε ακόμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι πολλά τους τριγυρνούσαν διαθέσιμα. Για να διατηρήσει τη μοναδικότητά τους, ο Μιχαήλ Αγγελος απαγόρευε να γίνουν οι συνθέσεις του χαρακτικά. Επιπλέον, ως ο πιο εγκωμιασμένος καλλιτέχνης του καιρού του -μόνο στη διάρκεια της ζωής του γράφτηκαν τρεις βιογραφίες του- αναθέσεις για έργα δεχόταν να του γίνουν ακόμη και από τον Πάπα, χρόνια πριν. Παρά ταύτα, γύρω στα 600 φύλλα με σχέδιά του επιζούν και η Βρετανική Βιβλιοθήκη παρουσιάζει 90 από αυτά προερχόμενα από τις τρεις μεγαλύτερες συλλογές σχεδίων του, τη δική της, του Ασμολιανού Μουσείου της Οξφόρδης και του Μουσείου Τέιλερς, στο Χάαρλεμ της Ολλανδίας.

Για την έκθεση το σχέδιο είναι το ζείδωρο αίμα που κυκλοφορούσε στις φλέβες της δημιουργίας του Μιχαήλ Αγγελου, στη γλυπτική, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική. Με τα λόγια του οργανωτή Χούγκο Τσάπμαν: «Θέλουμε να αφηγηθούμε τη ζωή του μέσα από τα σχέδιά του. Σε αυτά διαβλέπουμε όλα τα μεγάλα σχέδιά του και τον προσεγγίζουμε σαν άνθρωπο. Μέσα από τα σχέδια εκφράζει τις ιδέες, τα αισθήματα και τα πιστεύω του».

Η μακρά ζωή του Μιχαήλ Αγγελου Μπουοναρότι (1475 – 1564) κάλυψε μια εποχή μεγάλων ανακαλύψεων, από τα ταξίδια του Χριστόφορου Κολόμβου ώς την ανασκαφή των ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων. Είναι αισθητός ο πειρασμός, καθώς γράφει ο «Εκόνομιστ», να τον θεωρήσουμε ως τον χαρτογράφο του ανθρώπινου σώματος, αυτόν που άνοιξε νέους δρόμους με τους τρόπους που αποτύπωσε το ανθρώπινο σχήμα. Για τον Τσάπμαν, «στα πρώιμα σχέδιά του με λουόμενους, μάχες και τα σχεδιάσματα για τη Σιστίνα Καπέλα, επιδιώκει να σύρει το βλέμμα γύρω από το ανθρώπινο σώμα, διαστρεβλώνοντάς το έτσι ώστε το μάτι να μπορεί να δει και αυτά που δεν φαίνονται. Επειδή είναι γλύπτης, ζωγράφος και αρχιτέκτονας, βλέπει τα πάντα σε τρεις διαστάσεις. Είναι σαν να έχει τοποθετήσει το σώμα πάνω σε μια ρόδα που την περιστρέφει μέσα στο οπτικό πεδίο».

Γι’ αυτό και ο θεατής έχει την εντύπωση ότι νιώθει τα δάχτυλα του Μιχαήλ Αγγελου να διατρέχουν το σώμα με έναν εξαιρετικά αισθητό τρόπο. Είτε σε ένα γρήγορο σχέδιο με κιμωλία είτε σε ένα τελειωμένο σχέδιο με μελάνι, το οποίο φαίνεται να αποδίδει όλες τις λεπτομέρειες της σάρκας, οι δημιουργικές διαδικασίες του πνεύματός του είναι άμεσα ορατές. Τα μάτια του καλλιτέχνη, όπως και τα μάτια του θεατή, φαντάζονται πώς το φως θα πέσει στο σώμα, πώς όλο το σάρκινο βάρος μπορεί να μεταφερθεί στο τελάρο ή στο μάρμαρο. Πρόσωπα ελάχιστα εμφανίζονται. Τα τοπία είναι σπάνια όπως και τα ρούχα και λείπει κάθε είδους φόντο. Το σώμα και μόνο, μεταφέρει τη συναισθηματική και πνευματική ζωή.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι, εν μέρει, ότι ο Μιχαήλ Αγγελος ήθελε να ανταγωνισθεί τους μεγάλους καλλιτέχνες της αρχαιότητας, κι εν μέρει οφείλεται στην προσωπική του αντίληψη της θρησκείας. Νέος στη Ρώμη, στο τέλος του 15ου αιώνα, ο Κορμός του Μπελβεντέρε, το αρχαίο κομμάτι ενός αγάλματος ήρωα, ήταν το πρότυπο για όλους τους καλλιτέχνες. O Μιχαήλ Αγγελος όμως το ενσωμάτωσε στο δικό του όραμα. Στα σχέδια της έκθεσης, συχνά φαίνεται να ξεκινά από τον μυώδη κορμό, ως κέντρο του σωμάτινου σχήματος, και από εκεί να επεκτείνεται στα άλλα μέρη. Υπήρξε ένας από τους πρώτους που είδε το αρχαίο (ελληνιστικό) γλυπτό σύμπλεγμα του Λαοκόωντα, όταν ανακαλύφθηκε στη Ρώμη το 1506. Τα ελισσόμενα σώματα του Λαοκόωντα και των γιων του, καθώς είναι αρπαγμένα από το ερπετό, μοιάζουν να έφεραν μια νέα διάσταση βίας στις σκηνές του Μιχαήλ Αγγελου με τα μπλεγμένα κορμιά συμπλεκομένων και ιδιαίτερα στα σχέδιά του με τους αγγέλους που εκδιώκουν τους αμαρτωλούς στη Δευτέρα Παρουσία.

Σαφώς ο Μιχαήλ Αγγελος πίστευε στην κόλαση. Σε ένα από τα σχέδιά του, καταθέτει την πίστη του αυτή με μεγάλη εκφραστικότητα. Τα σχέδιά του για τη Δευτέρα Παρουσία ξεκαθαρίζουν κάτι που ήταν αμφιλεγόμενο και στον καιρό του ακόμα συγκεκριμένα ότι όλα είναι ίδια και τίποτα δεν χωρίζει τους σωσμένους από τους καταδικασμένους. Για τον Μιχαήλ Αγγελο που έπαιρνε τα δόγματα της πίστης σοβαρά, ζωή σήμαινε να είσαι στη σωστή πλευρά.

Η μεγάλη πρόκληση

Οσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο τον ανησυχούσε η μοίρα του. Επηρεάσθηκε από τη Λουθηρανική Μεταρρύθμιση που θεωρούσε τον θάνατο στο σταυρό την κρίσιμη στιγμή στη ζωή του Χριστού. Αυτή η στιγμή, για τον Μιχαήλ Αγγελο με την εμμονή στο ηρωικό ανδρικό σώμα, ήταν μεγάλη καλλιτεχνική πρόκληση. Να δείξει τον Θεό σαν άνθρωπο ή τον άνθρωπο σαν Θεό; Σε ένα σχέδιο, ο θεϊκός Χριστός είναι τόσο ζωντανός που μοιάζει να τινάζεται από τον σταυρό. Αλλά τα τρία τελευταία σχέδια της έκθεσης, καμωμένα στο τέλος της ζωής του, είναι στοιχειωμένες μελέτες θανάτου. Τα εκφραστικά, πένθιμα αυτά έργα με τις θολές μορφές αγγιγμένες από τα δάχτυλα του καλλιτέχνη, σύρουν το σώμα του Θεού στη γη. Σε αυτό το ρέκβιεμ, καταδεικνύεται καλύτερα η ανθρώπινη φύση του Μιχαήλ Αγγελου. Στην τέχνη τουλάχιστον, κέρδισε την αθανασία.