ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Πρώτη εντύπωση από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Σώμα με σώμα» (Πόλις, σελ. 213) είναι ένα αίσθημα γενναιότητας για το χειρισμό του θέματός του. Με την αποφασιστικότητα και την επιθετικότητα ενός βομβαρδιστικού χυμάει πάνω σε αυτό που αποκλειστικά τον απασχολεί -στον θάνατο- και τον περιγράφει: η απώλεια των οικείων από αναπάντεχη επιπλοκή, το οδυνηρό μακροχρόνιο ψυχορράγημα από καταραμένη αρρώστια, η αποβολή στην εγκυμοσύνη, οι διαμελισμοί των φαντάρων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η εξολόθρευση των Εβραίων στο Ολοκαύτωμα, η αδελφοκτονία του Εμφυλίου, οι ομαδικοί σφαγιασμοί στην Κορέα, η παιδοκτονία του μυθολογικού Κρόνου, τα ήθη και οι δοξασίες των πρωτόγονων φυλών γύρω από τον θάνατο, οι λογοτεχνικές και οι τηλεοπτικές ιστορίες φαντασμάτων και τρόμου. «Υπάρχει», σύμφωνα με σερβική παροιμία την οποία επιστρατεύει ο συγγραφέας, «μόνο ένας τρόπος να γεννηθείς και χιλιάδες για να πεθάνεις». Μιλάμε βεβαίως όχι για τον δικό μας θάνατο, αλλά για τον θάνατο των πολύ οικείων, εκείνων που βρίσκονται πλάι μας και στους οποίους απλώνουμε απεγνωσμένα το χέρι προσπαθώντας να παρεμποδίσουμε τον αναπότρεπτο αφανισμό τους. Αφηγηματική βάση της ιστορίας του Ηλία Μαγκλίνη αποτελούν οι οικογενειακές σχέσεις τριών θηλυκών αδελφών – από τα παιδικά τους χρόνια μέχρι τα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας. Η απροειδοποίητη εναλλαγή χρόνων και αφηγηματικών πλάνων εμφανίζεται κατ’ αρχάς αναγνωστικά ερεθιστική.

Κ αθώς οι σελίδες προχωρούν, εισβάλλουν στην αμέσως επόμενη φάση, οι πρώτες κριτικές αμφιβολίες. Το πέρασμα από το ένα κεφάλαιο στο άλλο γίνεται χωρίς ρυθμό· από τη μια ιστορία στην επόμενη απουσιάζουν οι ανάσες, δεν δημιουργούνται περιθώρια για κάποιο στοχασμό· από την αφήγηση λείπουν τα συναισθήματα, ακόμα και το στοιχειώδες της οδύνης. Οτιδήποτε βρέθηκε μπροστά του σχετικό με το θάνατο, ο συγγραφέας μοιάζει να το άρπαξε και να το έχωσε στο κείμενό του. Ενας διαβασμένος, καλλιεργημένος άνθρωπος, όπως αδιαμφισβήτητα είναι ο Ηλίας Μαγκλίνης, μπορεί να το πετύχει αυτό. Το αποτέλεσμα όμως είναι ένα τεχνητά παραγεμισμένο έργο πολύ λιγότερο έξυπνο από τον δημιουργό του: Γιατί έτσι, παρ’ ότι μεσολαβούν είκοσι χρόνια ανάμεσα στο θάνατο του πατέρα και της αδελφής, δεν υπάρχει αίσθηση περάσματος του χρόνου; Γιατί μέχρι τη μέση του αφηγήματος δεν είχαμε καθόλου προετοιμαστεί για το γεγονός ότι η μικρή αδελφή έπαιζε τόσο σημαντικό οικογενειακό ρόλο; Ποιο είναι επιτέλους το επακριβές χρονικό σημείο από το οποίο πραγματοποιείται αυτή η εξιστόρηση;

Σ υνεχίζοντας την ανάγνωση, στην τρίτη τελική φάση το νόημα του κειμένου αποκαλύπτεται ξαφνικά στον αναγνώστη. Ποιος είπε ότι όταν το θέμα είναι ο θάνατος πρέπει να υπάρχει ρυθμός, ότι υφίστανται περιθώρια για ανάσες, και ακόμα περισσότερο για στοχασμό; Ποιος πιστεύει ότι μπροστά στο θάνατο (ακόμα κι αν είναι του άλλου) δεν υπάρχει απελπιστική ανάγκη να πιαστείς από οτιδήποτε βρεθεί μπροστά σου; Ποιος, ενώπιον της εξαιρετικής αυτής συνθήκης, διαθέτει την πολυτέλεια να κατασκευάζει εκλεπτυσμένες καλλιτεχνικές δομές; Αποτελώντας έναν παραλληλισμό, μια αναλογία, ένα ισοδύναμο προς το ακατανόητο του θανάτου, το κείμενο του Ηλία Μαγκλίνει εμπερικλείει απεριόριστη αγωνία. Οπως συμβαίνει στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, το πεζογράφημα αποτυπώνει στο σώμα του τη σπασμωδικότητα και τον πανικό. Με τον τρόπο που ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται, έτσι και ο συγγραφέας αρπάζει με τα χέρια και στριμώχνει οτιδήποτε σχετικό μέσα στο κείμενό του. Οπως όταν το σώμα διαμελίζεται από ξιφολόγχη ή σε βομβαρδισμό κάθε γνωστή δομή και ρυθμός καταλύονται, έτσι και στο κείμενο του Μαγκλίνη το οικείο αίσθημα της ροής του χρόνου εξαφανίζεται καθιστώντας αδύνατον να εντοπιστεί το σημείο του τώρα. Οσο για τον αναπάντεχο ρόλο που αποκτά η μικρή αδελφή, δεν αντιλαμβανόμαστε τη σημασία ορισμένων ανθρώπων μονάχα όταν τους χάνουμε; Και είναι η ώρα του ολομέτωπου τελικού αγώνα κατάλληλη για την επίδειξη συναισθημάτων; Το κείμενο του Ηλία Μαγκλίνη κατορθώνει να αποτυπώσει στο σώμα του το ανοίκειο, το επείγον, το καταλυτικό, το αφανιστικό.

Ο θάνατος στο «Σώμα με σώμα» αφορά ωστόσο τους άλλους. Η δομή του πένθους είναι επομένως αναγνωρίσιμη. Στον πρώτο χρονικά θάνατο, θρηνώντας τον πατέρα η αγαπημένη του κόρη θα προσπαθήσει να διαφυλάξει ζωντανή την αίσθησή του μέσα από τη μυρωδιά των ρούχων. Στον δεύτερο, μετά εικοσαετία θάνατο, η ματαιότητα της προσπάθειας έχει αποδειχθεί. Δεν απομένει παρά η παγωμένη μοναξιά ενός σπιτιού που μοιάζει με μαυσωλείο, καθώς τα αγαπημένα αντικείμενα της νεκρής αδελφής αυτονοήτως οδεύουν στα σκουπίδια.