ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η κληρονομιά του Ατατούρκ

Βαμίκ Ντ. Βολκάν – Νόρμαν Ιτσκοβιτς

Ατατούρκ: Μια Ψυχογραφία

Μετ. Κώστας Ζερβός

εκδ. Καστανιώτης, σελ 559

Οι δύο συγγραφείς, ο Βαμίκ Βολκάν (ψυχαναλυτής, τουρκοκυπριακής καταγωγής, καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια) και ο Νόρμαν Ιτσκοβιτς (ιστορικός, πολωνικής καταγωγής με εκπαίδευση ψυχαναλυτή και καθηγητής σπουδών Εγγύς Ανατολής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον) είναι γνωστότεροι (με τον Αντριου Ντοντ) για το βιβλίο τους «Richard Nixon: A Psychobiography» (1999). Στο παρόν βιβλίο τους, με αυθεντικό τίτλο «Ο Αθάνατος Ατατούρκ: Μια Ψυχοβιογραφία» (The Immortal Atat­rk. A Psychobiography), ανακαλούν ένα οιονεί ψυχαναλυτικό πορτρέτο του Ατατούρκ, «δένοντας» τα σημαντικά στη γλώσσα της ψυχολογίας -πλην ελάσσονα με την αυστηρή ιστορική έννοια- επεισόδια της ζωής του με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής και με τα όσα σημαντικά ακολούθησαν από την άποψη της ιστοριογραφίας. Σημειωτέον, ότι το ιδιαίτερο είδος της βιογραφίας, η ψυχοβιογραφία, είναι ένα διεπιστημονικό εγχείρημα με θιασώτες και επικριτές. Δημιουργεί «χώρους» με έντονο το άρωμα της ψυχολογίας. Οταν, μάλιστα, το αντικείμενό της είναι ηγέτες που σημάδεψαν την εποχή τους και τη χώρα τους, όπως συμβαίνει με τον Κεμάλ Ατατούρκ, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας αφήγησης που δίνει την εντύπωση πως η ιστορία είναι προϊόν της δράσης, των επιλογών και των ιδεών ενός μόνο προσώπου.

Με τη ματιά στη Δύση

Ο Ατατούρκ ήταν εκείνος που με την εθνικιστική του επανάσταση πέτυχε «εκ των ένδον» και για λογαριασμό της χώρας του, αυτό που οι δυτικές δυνάμεις επεδίωκαν «έξωθεν» για δικό τους λογαριασμό: το τέλος του «μεγάλου ασθενή», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε (το 1881;) ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο σε έναν κόσμο που ζούσε ήδη τις διαλυτικές συνέπειες αυτής της αναμέτρησης. Με σύγχρονους πολιτικούς όρους, το blowback, η «ανάστροφη συνέπεια» της περιπέτειας του Κριμαϊκού ήταν ο ακραίος εθνικισμός που στην Οθωμανική Αυτοκρατορία -ένα πολυφυλετικό, πολυθρησκευτικό, πολύγλωσσο και πολυεθνικό συνονθύλευμα- βρήκε την ιδανικότερη περιοχή για να δείξει τη δύναμή του. Εως το 1931 ο ρεπουμπλικανισμός, η κοσμική ιδεολογία, ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός, ο κρατισμός και η επαναστατικότητα, θα αποτελούσαν τα κυρίαρχα ιδανικά του Ατατουρκτσουλούκ (του Ατατουρκισμού-Κεμαλισμού). Ο Ατατούρκ ακόμα κι όταν πολεμούσε εναντίον των δυτικών δυνάμεων, είχε τη ματιά του στραμμένη στη Δύση: «Εισάγουμε το δυτικό πολιτισμό όχι γιατί θέλουμε να τον μιμηθούμε, αλλά γιατί έχουμε διαπιστώσει ότι τα πλεονεκτήματά του ταιριάζουν στη φύση μας» – μια ιδέα που αξίζει επίκαιρης ερμηνείας.

Μεγαλειώδης εαυτός

Στην προσωπική του ζωή υπήρξε ο αγαπημένος των κυριών της Κωνσταντινούπολης που όταν μιλούσαν γι’ αυτόν χρησιμοποιούσαν το παρατσούκλι «Κίτρινο Τριαντάφυλλο». Χρεωμένος με έναν ατυχή γάμο, αγάπησε σταθερά μια μόνο «γυναίκα», την Τουρκία, η οποία αντιπροσώπευε την εξιδανικευμένη μητέρα της παιδικής ηλικίας για την επανόρθωση της οποίας αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του. Η μητέρα του, η Ζουμπέιντε, «καταλάβαινε λίγα ή τίποτα από αυτά που προσπαθούσε να πετύχει ο γιος της. Οταν λέγανε κάτι εναντίον του σουλτάνου μόρφαζε αποδοκιμαστικά, αλλά τελικά έφτασε να μιλάει ευνοϊκά για το εθνικιστικό κίνημα, απλώς γιατί αυτό περίμεναν από αυτήν να κάνει».

Οι δύο συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο Ατατούρκ είχε μια πληθωρισμένη, ναρκισσιστική ιδέα του εαυτού που πίστευε στην αθανασία του. Σε ένα γράμμα του κατέληγε με μια φράση του Σατομπριάν: «Θα προτιμούσα να μην έχω γεννηθεί ποτέ παρά να με λησμονήσουν για πάντα». Το συμπέρασμα του μεγαλειώδους εαυτού βασίστηκε στον τρόπο που τον περιέγραψαν οι άλλοι, αλλά και στις προσωπικές του περιγραφές για την οργάνωση της προσωπικότητάς του. Πίστευε ότι ήταν μοναδικός άνθρωπος, υπεράνω των άλλων, και ότι του είχε δοθεί το δικαίωμα να επιβάλλει τη θέλησή του στους άλλους: «Δεν πρόκειται να μοιάσω σε αυτούς. Αυτοί θα μοιάσουν σε μένα». Ολοι οι άλλοι ήταν διαιρεμένοι σε δύο κατηγορίες: σε θαυμαστές – οπαδούς και σε αντιπάλους. Η εξέλιξη του ονόματός του χαρακτηρίζει τον τρόπο που έβλεπε ο ίδιος τον εαυτό του, παράλληλα με τις αλλαγές στην πορεία της χώρας του. Στη Θεσσαλονίκη του Αβδούλ Χαμίτ Β΄, την πόλη της συναισθηματικής άπωσης Εβραίων, Ελλήνων και Τούρκων, ήταν απλά ο Μουσταφά. Στο σχολείο έγινε ο Κεμάλ («τελειότητα», κατ’ επέκταση «ο τέλειος»). Αργότερα πήρε την ονομασία Γαζής Μουσταφά Κεμάλ. Παραμένοντας πάντα ο Gazi «νικηφόρος πολεμιστής», το 1934 με ειδικό νόμο έγινε ο Ατατούρκ «Πατέρας των Τούρκων» (ο νόμος απαγόρευε να δοθεί αυτό το όνομα σε οποιονδήποτε άλλο Τούρκο πολίτη).

«Αιώνος ηγέτης»

Μετά το θάνατό του, το 1938, ο Ατατούρκ έγινε ο Milli Sef, «Εθνικός Ηγέτης» και ο Ebedi Sef «Αιώνιος Ηγέτης» και με αυτό του τον ρόλο έγινε η στοχαστική παρουσία που παρακολουθεί και φρουρεί το έθνος του όσο κανένας άλλος ηγέτης στον 20ό αιώνα. Η ιστορική του, όμως, κληρονομιά είναι αυτή που θέτει τα όρια και δημιουργεί τα εγγενή προβλήματα στη σημερινή φάση του τουρκικού εκσυγχρονισμού και της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Οι τρέχουσες απολήξεις του κεμαλισμού είναι αρκετά εύκαμπτες στα σύγχρονα ευρωπαϊκά συγκείμενα. Και είναι τόσο συνεκτικές όσο και ο γκρίζος λύκος του τουρκικού μύθου -που εδώ ταυτίζεται με τον Κεμάλ Ατατούρκ (σελ. 319)- με τους Γκρίζους Λύκους που θέλουν να διώξουν το Ορθόδοξο Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη και τις ισλαμιστικές διαδηλώσεις που μαίνονται στην ευρωπαϊκή(;) Τουρκία. Το βιβλίο, πάντως, είναι άκρως ενδιαφέρον υπό την επιφύλαξη του Μπέρναρ Σω: «Οταν διαβάζετε μια βιογραφία, θυμηθείτε πως η αλήθεια δεν είναι φτιαγμένη για να δημοσιεύεται».