ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο αρχιτέκτονας που ξεπέρασε το μέτρο

Το βραβείο αρχιτεκτονικής Πράιτζκερ, το αντίστοιχο Νομπέλ της λογοτεχνίας, απονεμήθηκε στις 10 Απριλίου στον Βραζιλιάνο Πάολο Μέντες ντα Ρόσα. Ο Γάλλος αρχιτέκτονας, καθηγητής και κριτικός Ρισάρ Σκοφφιέ, ο οποίος ασχολείται ιδίως με θέματα σύγχρονης αρχιτεκτονικής στη Βραζιλία, εκπονώντας μελέτες με τους σπουδαστές του για τις φαβέλες του Σαο Πάολο και του Ρίο ντε Τζανέιρο, συνάντησε τον Πάολο Μέντες ντα Ρόσα λίγες ημέρες πριν από την απονομή. Στο ακόλουθο κείμενο, διαύγασμα προσωπικής επαφής και εμπειρίας, ο Σκοφφιέ μας αφηγείται τον θαυμασμό και συνάμα την αποσιώπηση που υφίσταται αυτός ο σημαντικός μοντερνιστής, για μια αρχιτεκτονική που ίσως μας γοητεύει με την εννοιολογική της αυστηρότητα και την πλαστική της δύναμη, αλλά και μας κεντρίζει με τον υπεροπτικό, σχεδόν αυτιστικό της χαρακτήρα.

Ο Πάολο Μέντες ντα Ρόσα είναι αδιαμφισβήτητα ο μόνος εν ζωή Βραζιλιάνος αρχιτέκτονας, του οποίου το έργο ακολουθεί πλήρως την πορεία του Οσκάρ Νιμεγιέρ (Βραβείο Πράιτζκερ ισότιμα με τον Αμερικανό Γκόρντον Μπάνσαφτ, το 1988), και η επίδρασή του είναι σήμερα η πλέον αισθητή στους σπουδαστές και τους νέους αρχιτέκτονες. Πραγματοποίησε πολύ διαφορετικά κτίρια -αθλητικούς χώρους, μονοκατοικίες, γραφεία, μουσεία- και θεωρείται εκ παραδόσεως ένας από τους πλέον σημαντικούς εκπροσώπους της σχολής του Σαο Πάολο. Αυτή η σχολή, περισσότερο φονξιοναλιστική και κατασκευαστική από τη σχολή του Ρίο, κατέχει τη δική της ιστορία και τους δικούς της ήρωες: από τον Γκρεγκόρι Βαρτσαβτσίκ, ο οποίος μετέφερε από την Ευρώπη (πριν από τον Λε Κορμπυζιέ) τις αρχές του Μοντέρνου Κινήματος, έως τον Ζοάο Μπατίστα Βιλανόβα Αρτίγας ή την Λίνα Μπο Μπάρντι…

Εναντίον του φορμαλισμού

Συνάντησα τον Πάολο Μέντες ντα Ρόσα λίγες ημέρες πριν από την αναγγελία του βραβείου. Ετσι, ενώ είχα την τάση να αναγάγω -ίσως προτρέχοντας- το εγχείρημά του σε έναν ύστερο μπρουταλισμό, ο ίδιος εναντιώθηκε σε κάθε υποψία φορμαλισμού, αφού με διαβεβαίωσε ότι καθεμία από τις μελέτες του εμμένει στην αυστηρή απάντηση των ερωτημάτων που θέτει η τοποθεσία και το πρόγραμμα, χρησιμοποιώντας τον τρόπο κατασκευής και τα κατάλληλα υλικά (μπετόν, γυαλί, μέταλλο), ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Για να αιτιολογήσει την αδιαφορία του προς κάθε ερώτημα της γραφής ή του στυλ, έφθασε να αρνηθεί την ύπαρξη της σχολής του Σαο Πάολο, προτιμώντας να υπογραμμίσει την διαφορετικότητα και την ενικότητα στους τρόπους με τους οποίους ενεργούν οι μοντέρνοι και οι σύγχρονοι Βραζιλιάνοι αρχιτέκτονες.

Επειτα από αυτή τη συζήτηση επέστρεψα στο Μουσείο γλυπτικής του Σαν Πάολο (1985 – 1995) και στην Οικία του ντα Ρόσα (1964 – 66), που είναι αδιαμφισβήτητα τα δύο κατ’ εξοχήν εμβληματικά έργα του Βραζιλιάνου αρχιτέκτονα. Το Μουσείο, που το κτίριό του εκείνη την ημέρα δεχόταν ευεργετικά το φως ενός λαμπρού ήλιου, μού φανερώθηκε αμέσως σαν ένα πραγματικό μάθημα αρχιτεκτονικής. Αυτό το κτίριο, που το μεγαλύτερο μέρος του εξαφανίζεται κάτω από το έδαφος, αίφνης οπισθοχωρεί αναγκαστικά για να ανυψωθεί και πάλι με μεγάλη ένταση, καθώς γειτνιάζει με μια πολυσύχναστη και ρυπογόνο οδό. Η μόνη εμφανής κατασκευή είναι μια μεγάλη δοκός με μορφή προστεγάσματος, που υλοποιεί τη διαγώνιο του τραπεζοειδούς οικοπέδου και προβάλλει μια δραστική σκιά πάνω στις δημόσιες πλατείες, οι οποίες διατάσσονται σε κλιμακοϋψείς βαθμίδες, ανταποκρινόμενες στις υπόσκαφες αίθουσες. Ο εκθεσιακός χώρος, που καταδύεται σε ένα σχεδόν ημίφως, συστέλλεται ή διαστέλλεται, φροντίζοντας να ορίσει ένα αισθαντικό τοπίο. Ο φυσικός φωτισμός εμφανίζεται αίφνης σε δύο μόνο στιγμές: κατ’ αρχάς στην εστίαση ενός επιμήκους όρμου και στην αντανάκλαση ενός υδάτινου τμήματος· εν συνεχεία, στο ακραίο σημείο του ανοίγματος της οροφής που σχηματίζει έναν τέλειο φωτεινό όγκο, θυμίζοντας το φως που διαπερνά το θόλο του Πανθέου.

Η Οικία του ντα Ρόσα τίθεται εξαρχής σα μια πραγματική μηχανή προς κατοίκηση, με τα φωτιζόμενα από τη στέγη δωμάτια τοποθετημένα στο κέντρο ενιαίας τετράγωνης επιφάνειας, υπερυψωμένης ως προς το έδαφος. Ο μύχιος πυρήνας της κατοικίας προστατεύεται από το έξω μέσω μιας περιφερειακής ζώνης κοινών δραστηριοτήτων (είσοδος / γραφείο, κουζίνα, τραπεζαρία / καθιστικό, διάδρομοι). Εδώ ο επισκέπτης μένει κατάπληκτος από τη ριζοσπαστικότητα του μηχανισμού, τον αμείλικτο κατασκευαστικό κάναβο και την επεξεργασία του φωτός: άλλοτε το φως διαχέεται ελαφρά, άλλοτε αντανακλάται και άλλοτε εκπέμπεται από σημεία της οροφής…

Ανοίκειες μηχανές

Εν τούτοις, αυτές οι επισκέψεις μάς αφήνουν ελαφρά αμήχανους. Το Μουσείο, που επείγεται να συγκροτηθεί ως γλυπτό αλλά και ως αισθητήρια διαδρομή, δεν ανέχεται κανένα εξωγενές στοιχείο. Επίσης, τα εκτιθέμενα με τεχνητό φωτισμό γλυπτά εμφανίζονται ως ισάριθμα παράσιτα που δεν μας επιτρέπουν να απολαύσουμε τη χωρική σύνθεση. Οσον αφορά την Οικία του αρχιτέκτονα, όπως άλλωστε πολλές εικονογραφίες του 20ού αιώνα, παραμένει μια πραγματικά μοναχική μηχανή, ένας σωφρονιστικός μηχανισμός, όπου τα σκυροδετημένα έπιπλα αναιρούν κάθε δραστηριότητα διαμονής και ο ανοιχτός χώρος αποκλείει κάθε μυχιότητα. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ένας από τους γιους του αρχιτέκτονα, που κατοικεί σήμερα μόνος του το κτίριο: ένας παράδεισος για ένα παιδί τριάμισι ετών κάτω από την φροντίδα της μητέρας του, μια κόλαση για έναν έφηβο δεκατεσσάρων ετών, όπως ο ίδιος αναφέρει.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι το βραβείο Πράιτζκερ, που επιτέλους σήμερα διακρίνει έναν αρχιτέκτονα ο οποίος έχει πολύ λίγο προβληθεί από τα μέσα επικοινωνίας, δεν μπορούσε να απονεμηθεί παρά σε δημιουργούς που καθορίζονται από μιαν υπέρβαση του μέτρου, σε δημιουργούς απολαυστικών αντικειμένων οι οποίοι προτείνουν μια μονόπλευρη χρήση του χώρου. Δηλαδή, ενός χώρου, όπως το Μουσείο γλυπτικής με τον μυστικιστικό περίπατο και τις επιβαλλόμενες στάσεις ή την Οικία του αρχιτέκτονα που επικαλείται την αδαμική ουτοπία μιας συγχωνευτικής οικογένειας.

Αυτοί οι χώροι προτείνονται από δασκάλους που παραδίδουν μαθήματα χωρίς πολλές αντιρρήσεις, και οι οποίοι φαίνεται ότι λησμόνησαν την ουσιαστική αρχή κάθε κατασκευαστικής πράξης (την κατάφαση της υποδοχής, την προστασία, το άνοιγμα σε δυνατότητες και σε κάθε μορφή ιδιοποίησης), για να προτιμήσουν να βυθιστούν ψυχή τε και σώματι στις νοσηρές ηδονές που επιβεβαιώνουν την καθεαυτήν χειρονομία.