ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Γκάλμπρεϊθ ξεσκεπάζει μια αθώα απάτη

John Kenneth Galbraith

Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης

μετ. Γιάννης Μελάς

επιμ. – πρόλογος: Κώστας Μελάς

εκδ. Λιβάνης, σελ. 117

Ενώ γράφονταν οι τελευταίες γραμμές του κειμένου που ακολουθεί, μια βιβλιοκριτική παρουσίαση της έκδοσης στα ελληνικά του τελευταίου βιβλίου του μεγάλου Αμερικανού πανεπιστημιακού δασκάλου, οικονομολόγου, στοχαστή και παγκόσμια αναγνωρισμένου συγγραφέα Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, η είδηση του θανάτου του, που μετέδωσαν όλα τα μέσα ενημέρωσης, έδειξε την ανάγκη μιας διαφορετικής ανάπτυξης του κειμένου.

Ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ έφυγε πλήρης ημερών στις 30 Απριλίου, σε ηλικία 98 ετών. Ενας άνθρωπος του 20ού αιώνα, από κάθε άποψη. Γεννήθηκε το 1908 στο Οντάριο του Καναδά, γόνος αγροτικής οικογένειας Σκωτσέζων μεταναστών. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ. Επί προεδρίας Φραγκλίνου Ρούσβελτ, εργάστηκε ως κυβερνητικός οικονομικός σύμβουλος στην περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929 και, ακολούθως, στην περίοδο του New Deal. Στη διάρκεια του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου αλλά και αμέσως μετά υπηρέτησε σε σημαντικές κυβερνητικές θέσεις. Το 1949 επέστρεψε στα καθηγητικά του καθήκοντα στο Χάρβαρντ, όπου είχε προσληφθεί το 1935 ως βοηθός στο μάθημα της πολιτικής οικονομίας. Δίδαξε μέχρι το 1975, οπότε αποχώρησε λόγω ορίου ηλικίας. Διετέλεσε πρεσβευτής των ΗΠΑ στις Ινδίες το 1961-1963, επί προεδρίας Τζον Κένεντι.

Καινοτόμες θέσεις

Οι καινοτόμες θέσεις του αναφορικά με τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα των ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών ανέδειξαν τον Γκάλμπρεϊθ σε έναν από τους πιο γνωστούς και καταξιωμένους σύγχρονους στοχαστές και κοινωνικούς κριτικούς. Οι απόψεις του, μαχητικές και ρηξικέλευθες, εκτίθενται αναλυτικά σε τέσσερα από τα βιβλία του που άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση: «Αμερικανικός καπιταλισμός. H Ιδέα της Αντισταθμιστικής Δύναμης» (1952), μια προσπάθεια να εξηγηθεί η λειτουργία του αμερικανικού καπιταλισμού με βάση την παραδοχή ότι ο τέλειος ανταγωνισμός είναι μύθος· «H Κοινωνία της Αφθονίας» (1958) στοχεύει έναν ακόμα μύθο της κλασικής οικονομικής σκέψης, την «κυριαρχία του καταναλωτή», υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, ισχύει η απόλυτη χειραγώγηση των καταναλωτών από το σύγχρονο μάρκετινγκ· «Το Νέο Βιομηχανικό Κράτος» (1967) περιγράφει τη σύγχρονη επιχείρηση ως ολιγοπώλιο, πλήρως αποδεσμευμένη από την κλασικά εννοούμενη ιδιοκτησία και προσδεδεμένη στους στόχους και τα συμφέροντα του μάνατζμεντ· «Οικονομία και Κοινό Συμφέρον» (1973), η λίγο πολύ οριστική διατύπωση των απόψεων του Γκάλμπρεϊθ για τη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία.

Το κύκνειο άσμα

«Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης» αποδεικνύονται εκ των πραγμάτων το κύκνειο άσμα του Τζ. K. Γκάλμπρεϊθ, κάτι που μάλλον δεν ήταν στις προθέσεις του ιδίου, αφού μέχρι πολύ πρόσφατα δήλωνε τη διάθεσή του να συνεχίσει να συγγράφει. Οπως και να έχει, στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται συμπυκνωμένες, διαυγείς και ευσύνοπτες σχεδόν όλες οι βασικές θέσεις που υποστήριξε ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, ως συγγραφέας, ως δρώσα κοινωνική συνείδηση.

Ο μεγάλος όγκος των πληροφοριών που δεχόμαστε ασύμμετρα για τη δεσπόζουσα δύναμη στον πλανήτη, τις ΗΠΑ, λειτουργεί μάλλον παραμορφωτικά. H εξωτερική όψη -κολακευτική ή όχι, δεν έχει σημασία- αφήνει στους περισσότερους από εμάς στενά περιθώρια για μια πιο διεισδυτική ματιά στους εσώτερους μηχανισμούς, τις οικονομικές, κοινωνικές, ιδεολογικές συνιστώσες που παράγουν αυτό που εξωτερικά εντυπωσιάζει και εμπνέει θαυμασμό ή/και δέος. Επιστημονικές καταθέσεις, όπως το συγγραφικό έργο του Γκάλμπρεϊθ, συμβάλλουν ουσιαστικά στην εξισορρόπηση αυτής της ασυμμετρίας.

Με την οξυδέρκεια του γνώστη και την εμπειρία του αυτόπτη μάρτυρα μιας κολοσσιαίας καταστροφής όπως ήταν το οικονομικό κραχ του 1929 και ο συνακόλουθος παγκόσμιος πόλεμος, ο Γκάλμπρεϊθ αντιλαμβάνεται το μέγεθος και τη σοβαρότητα της επίμονης οικονομικής ύφεσης που διαβρώνει τη συνοχή του οικονομικού και κοινωνικού στάτους απειλώντας να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα. «Το μοναδικό αξιόπιστο μέτρο ενάντια στην οικονομική κάμψη είναι η αδιάκοπη ροή της καταναλωτικής ζήτησης», προτείνει επίμονα: η εδραία πεποίθηση ενός οπαδού των παρεμβατικών αντιλήψεων του Κέινς και ένθερμου υποστηρικτή του New Deal. Μην υπονομεύετε, ενισχύστε «αυτούς που έχουν ανάγκη και είναι διατεθειμένοι να δαπανήσουν».

Αλλά ο Γκάλμπρεϊθ γνωρίζει επίσης άριστα σε ποιες αντιστάσεις προσκρούουν οι εύλογες και πραγματικά αποτελεσματικές θεραπείες των εσωτερικών αντιφάσεων. Και, χωρίς καταστροφολογικές μεγαλοστομίες, επισημαίνει: Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις των οικονομικά εύρωστων είχαν βελτιωτική επίδραση επί της ύφεσης, ότι το εισόδημα που καταλήγει στα χέρια των εύπορων στελεχών των επιχειρήσεων θα έχει θετικό αντίκτυπο στην οικονομία, δηλαδή θα δαπανηθεί. Θέτει εύστοχα ερωτήματα. Και απαντάει.

Γιατί ο καπιταλισμός έπρεπε να κρυφτεί πίσω από το όνομα «οικονομία της αγοράς»; Γιατί τόση ευφράδεια περί κυριαρχίας του καταναλωτή και τόση αποσιώπηση για τους τρόπους πειθαναγκασμού και χειραγώγησης των καταναλωτικών συμπεριφορών; Γιατί κάτω από τη λέξη «εργασία» να συστεγάζονται και εκείνοι για τους οποίους είναι επαχθής καταναγκασμός και αυτοί για τους οποίους είναι μια καλά αμειβόμενη απόλαυση χωρίς αίσθηση υποχρέωσης; Γιατί οι όροι «ιδιοκτησία» και «μέτοχος» εξυμνούνται, ενώ είναι φανερό ότι δεν παίζουν κανένα ρόλο στη διεύθυνση των επιχειρήσεων; Γιατί ο δημόσιος τομέας της οικονομίας έχει δαιμονοποιηθεί; Γιατί αφήνεται να πιστεύεται ότι οι εξοπλιστικές δαπάνες είναι απόφαση του δημόσιου τομέα, ενώ σε μεγάλο βαθμό είναι απόφαση της ιδιωτικής βιομηχανίας όπλων; Γιατί θεωρείται σοφή και αποτελεσματική απάντηση στην ύφεση η πολιτική επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ; Γιατί ο προκλητικός προσωπικός πλουτισμός των μάνατζερ αφήνεται να υποσκάπτει την εμπιστοσύνη προς την επιχείρηση, ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της σύγχρονης οικονομικής ζωής, που πρέπει να διαφυλαχτεί;

Διότι «η οικονομία και γενικότερα τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα καλλιεργούν τη δική τους αλήθεια, είτε λόγω χρηματικών και πολιτικών πιέσεων ή εξαιτίας της πρόσκαιρης μόδας», αφήνει σαν τελευταία υπενθύμιση ο συγγραφέας· μαζί με το κεντρικό ζητούμενο του βιβλίου του, δηλαδή τους τρόπους και τους λόγους που αυτό συμβαίνει.

Ενας Θεσμικός οικονομολόγος

Η πολιτική του σκέψη κατατάσσει τον Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ στους συνεπείς οπαδούς της άποψης πως η πολιτική δραστηριότητα αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης κατάστασης. H οικονομική του σκέψη τον κατατάσσει στην Αμερικανική Θεσμική Σχολή (American Institutional School), η οποία αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες ως απάντηση στις αντιλήψεις της κλασικής σχολής ότι οι οικονομικές μεταβλητές που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη της οικονομικής δραστηριότητας ισχύουν ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου. Οι Θεσμικοί οικονομολόγοι, αντίθετα, αποδίδουν μεγάλη σημασία στη δράση των ιστορικών, κοινωνικών και θεσμικών παραγόντων στη διαμόρφωση των φαινομένων της οικονομίας. «H οικονομική σκέψη του Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ», σημειώνει στον πρόλογό του ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου «Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης», αποτελεί «έναν δημιουργικό συγκερασμό των απόψεων του Θόρνσταϊν Βέμπλεν (από τους κύριους εκπροσώπους της Αμερικανικής Θεσμικής Σχολής), που υπήρξε ένας από τους δασκάλους του, και των σύγχρονων εξελίξεων στην οικονομική θεωρία», κυρίως μετά την υιοθέτηση του κρατικού παρεμβατισμού από την κεϊνσιανή σκέψη.

– Εργα του: «Αμερικανικός καπιταλισμός. H Ιδέα της Αντισταθμιστικής Δύναμης» (1952)· «Το Μεγάλο Κραχ του 1929» (1954)· «H Κοινωνία της Αφθονίας» (1958)· «H Ωρα του Φιλελευθερισμού» (1960)· «Το Νέο Βιομηχανικό Κράτος» (1967)· «H Εποχή της Αβεβαιότητας»· «Πώς να Ελέγξουμε τους Στρατιωτικούς» (1970)· «Θρίαμβος» (1970)· «Οικονομία και Κοινό Συμφέρον» (1973)· «Μια συνοπτική ιστορία της οικονομικής ευφορίας»· «The Theory of the Price Control»· «Economics and the Art of Controversy»· «Economic Developement»· «H Καλή Κοινωνία» (1996)· «Αντιστρέφοντας τη γήρανση με φυσικό τρόπο»· «Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης» (2004).