ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

Ισως να σφάλλω πολύ και κατά βάθος το εύχομαι. Αλλά είναι πλέον διάχυτη η αίσθηση ότι διανύουμε τις τελευταίες φάσεις μιας ενδιάμεσης, ειρηνικής και ιδιαίτερα ευδαιμονικής περιόδου, της μεταπολεμικής περιόδου. Μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από την εξάλειψη του επιθανάτιου ρόγχου του στρατιώτη, από την ιλιγγιώδη εξέλιξη της επιστήμης και από τις συγκλονιστικές κατακτήσεις του πολίτη πάνω σε θέματα που αφορούν το ευ ζην. Μέσα από δύσκολες διεργασίες, αίμα, θάνατο και πολεμικές ιαχές, ο δυτικός άνθρωπος κάποια στιγμή μετά το τέλος του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου βγήκε στο ξέφωτο που τελικά φαίνεται ότι προοριζόταν για τις δικές του τεράστιες δρασκελιές και έκανε το μειονέκτημα, πλεονέκτημα και την αδράνεια, δράση. Ενθουσιασμένος καθώς ήταν, γιατί έγραφε εκείνος την Ιστορία, ως νικητής, άφησε πίσω του τους Στωικούς και τη εν μέρει «μοιρολατρική» κοσμοθεωρία τους, εγκατέλειψε τους γκρινιάρηδες ρομαντικούς, ξεπέρασε τις εμμονές των αναρχικών και ρίχτηκε στο κυνήγι της ευημερίας και της ατομικής ευτυχίας.

Το θέμα είναι ότι βιαζόταν πολύ και ήταν φυσικό να κάνει λάθη. Αλλά σε γενικές γραμμές κατάφερε να απαλλαγεί από τη βαρύνουσα φτώχεια, από τη μίζερη εικόνα της φτωχογειτονιάς, από τις κοινωνίες που διακρίνονταν για τις τεράστιες, ογκώδεις διαχωριστικές γραμμές και από τις χαμερπείς συμπεριφορές της εξουσίας. Η αναδιανομή του πλούτου έγινε έμμονη ιδέα των πολιτικών ηγεσιών του και το σύνθημα «ο λαός στην εξουσία» πλημμύρισε τη φρεσκοσκαμμένη γη. Κι έστησε έτσι ο δυτικός άνθρωπος ένα καινούργιο πλέγμα αξιών, όρισε εκ νέου την έννοια του καθήκοντος και των «πρέπει», φλέρταρε με διάφορα πολιτικά συστήματα, από τον σοσιαλισμό ώς τον φιλελευθερισμό και εξοικειώθηκε με τους τους κανόνες της μεταηθικής.

Προσπάθησε να αφομοιώσει το μήνυμα για την «κοινωνία της γνώσης» και θεώρησε αναφαίρετο δικαίωμά του να παλέψει γι’ αυτήν, ακόμη κι αν εξαρχής γνώριζε ότι τέτοια κλισέ, σαν αυτό της Λισσαβώνας, δεν εξαντλούνταν σε προθέσεις και μόνο. Παρ’ όλα αυτά, ο δυτικός άνθρωπος βρήκε το χρόνο για να ασχοληθεί με τη βελτίωση της εσωτερικότητάς του κι έψαξε ανάμεσα στις αριστοτελικές γραμμές περί ευδαιμονίας, απορώντας για τη διάσταση που έδινε ο Σταγιρίτης φιλόσοφος ανάμεσα στην ευδαιμονία και την ηδονή. Διάβασε μάλιστα κάπου ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ ουσίαν νους και επομένως ο βίος του πρέπει να είναι ευδαίμων βίος. Κάπως έτσι δικαιολόγησε τα της ζωής του και προγραμμάτισε το μέλλον του, όντας πεπεισμένος ότι τούτος ο κόσμος του ανήκει. Ισως γιατί δεν είχε ποτέ προσέξει μια κουβέντα του Λιβανέζου ποιητή Χαλίλ Γκιμπράν: «Μην καταναλώνεις πιο πολύ από αυτό που σου επιτρέπει η όρεξή σου. Το μισό του γεύματός σου ανήκει σε άλλον και πρέπει πάντα να μένει λίγο για τον απρόσκλητο επισκέπτη».

Στο σημείο αυτό τον βρήκε ο απρόσκλητος επισκέπτης. Η κατακτητική παγκοσμιοποίηση, η οποία εμφανίστηκε ως άλλη αίρεση εξεγερτική μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και την απαξίωση των συμβόλων του κομμουνισμού. Εκτοτε ο δυτικός πολίτης, μετέωρος και εν πολλοίς αδαής ανάμεσα στους οπαδούς και τους πολέμιους της παγκοσμιοποίησης, παλεύει νύχτα και μέρα με τα νέα δεδομένα, τα οποία εκλαμβάνει ως θανάσιμη απειλή για τα κεκτημένα ετών. Ωρες ώρες μάλιστα του θυμίζουν τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο Λούθηρος για να ανατρέψει την καθολική θεολογία, όταν με όπλα και με αφορισμούς και αναθέματα άρχισε τη θεμελίωση της προτεσταντικής θεολογίας.

Σήμερα, ο δυτικός άνθρωπος εγκαταλείπει το ασφαλές μεταπολεμικό περιβάλλον, το ασφαλές οικονομικό τοπίο -ο Γκαλμπρέιθ δεν ζει για να υποστηρίξει κανέναν- και παραδίδεται στους «ευγενείς» και τους «κληρικούς» της νέας εποχής, ενθυμούμενος κάτι σοφές κουβέντες που έλεγαν οι παλιοί ότι «οι αγαθοί εργαζόμενοι φτιάχνουν το σταρένιο ψωμί, αλλά δεν μπορούν ποτέ να το γευτούν». Ακούει ότι η εργασία αντικαθίσταται από την απασχόληση και τη μερική εργασία, ακούει για την ευέλικτη αγορά εργασίας, για τη Βρετανία που απορροφά ως διά μαγείας χιλιάδες νέους εργαζόμενους από τις ανατολικές χώρες. Του λένε ότι τα απαξιωμένα συνδικάτα πνέουν τα λοίσθια, ότι οι εργατικές πρωτομαγιές είναι η καλύτερη ευκαιρία για ξέδωμα στις εξοχές και τις παραλίες, ότι το πετρέλαιο κάνει ζάπινγκ στις οθόνες με τον ίδιο τρόπο που κάνει στα πετρελαϊκά χρηματιστήρια του κόσμου. Του μιλάνε πολύ για τα κίτρινα ανθρωπάκια που καταλαμβάνουν με οποιονδήποτε τρόπο τμήματα του δικού του ζωτικού χώρου, για τους Ινδούς που εξοπλίζονται και εφορμούν στις παγκόσμιες αγορές. Του σιγοψιθυρίζουν για τα ολέθρια παιγνίδια με τα πυρηνικά του Ιράν, του Ισραήλ ή του Πακιστάν, για τα παιγνίδια με τη ρωσική αρκούδα και εκείνος ψάχνει στη σκονισμένη βιβλιοθήκη για να βρει βιβλία του Τζον Λε Καρέ -«Μποντ, Τζέιμς Μποντ»- να χαθεί στο πολιτικώς ορθό μιας άλλης (ξεκαθαρισμένης) εποχής.

Βεβαίως, τα πράγματα δεν κουβαλούν τέτοια τραγικότητα πάνω τους. Το αντίθετο, θα έλεγα. Και σίγουρα θα υπάρξουν αντίρροπες δυνάμεις. Ηδη διαβάζω ότι απέναντι στην αισθητική του χάους της παγκοσμιοποίησης, κάποιοι θέλουν να στήσουν την ηθική της παγκοσμιοποίησης. Μπροστά στο περιβάλλον που απαξιώνεται, κάποιοι επιδιώκουν να ευαισθητοποιήσουν τον πολίτη. Βιομηχανίες, για παράδειγμα, αλλάζουν το κατασταστικό τους και ενστερνίζονται την πράσινη πολιτική, ή μάλλον την ηθική στην αισθητική.

Εν πάση περιπτώσει, το σίγουρο είναι ότι τα πράγματα για τον δυτικό άνθρωπο έχουν χάσει μεγάλο κομμάτι της νομοτελειακής αίγλης που τα συνόδευε μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα και προοιωνίζονται μια εντελώς διαφορετική πολιτική, μάλλον επιθετική και ανερμάτιστη. Μια πολιτική που δεν αντέχει ούτε καν στο περιθώριό της τις ευαισθησίες του Μπωντλέρ και του Πόε, δεν αντέχει να ακούει για Νοβάλις και Μπένζαμιν της λατρευτής της νιότης, όπως άλλωστε απορρίπτει τις γιορτές των παιδιών των λουλουδιών, δηλαδή την ανεμελιά και την απροκάλυπτη επαναστατική διάθεση των νέων. Κι αν κάτι επεκτείνει δίχως ενδοιασμούς, είναι την αίσθηση του φόβου, όχι για το άγνωστο που έρχεται, όχι για την έλλειψη αναγνωριστικών μεθόδων του μέλλοντος, αλλά για την αποδόμηση του δομημένου κοινωνικού και οικονομικού συστήματος. Για την ανατροπή του δεδομένου αστικού κόσμου, του οποίου όλοι αποτελούμε δυναμικό του κομμάτι.

Ενας γκαρδιακός φίλος μού είπε κάποτε ότι επιβιώνει ο καλύτερα προσαρμοζόμενος άνθρωπος. Ας μην το ξεχνάμε όσοι θέλουμε να είμαστε θετικοί δέκτες των ρυθμών της καινούργιας ζωής.