ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Ο,τι κι αν πιστεύουμε ως δημοσιογράφοι, ο κόσμος ούτε στην ασφυκτική μικρή οθόνη χωράει πάντοτε, αν χωράει ποτέ, ούτε είναι πρόθυμος να κρεμαστεί στους πρωτοσέλιδους τίτλους μας· η ζωή έχει τον τρόπο της να υπάρχει έξω από το γυάλινο ή χάρτινο σκηνικό που της ετοιμάζουμε κάθε μέρα για να το ξηλώσουμε την επομένη και σε μεγάλη απόσταση από τις αναπαραστάσεις της, διά λέξεων και διά εικόνων. Ειδικά δε η πολιτική ζωή, συνήθως εκτυλίσσεται αρκετά ή και πολύ μακριά από τα βροντώδη δελτία (καθένα από τα οποία έχει την πεποίθηση ότι ο κόσμος ολόκληρος κινείται γύρω του, ταπεινός δορυφόρος), μακριά και από τα φλύαρα τηλεπαράθυρα και τους γιγαντότιτλούς μας, που από κατακεραυνωτικοί, μετατρέπονται αρκετά εύκολα σε υμνητικούς (και το αντίστροφο), έστω κι αν εκπέμπονται από το ίδιο Μέσον και αφορούν το ίδιο κόμμα ή το ίδιο πρόσωπο· για κάποιου είδους δημοσιογραφία, η μνήμη δεν θεωρείται απλώς πολυτέλεια αλλά νόσος επικίνδυνη.

Την πραγματικότητα της πολιτικής, λοιπόν, το πώς όντως ασκείται και όχι το πώς εξαγγέλλεται με την συνήθη αμετροέπεια, τη στοιχειοθετούν επαρκέστερα και πειστικότερα τα μονόστηλα, έστω κι αν θα μπορούσε να θεωρηθούν όντως «λησμονόστηλα», κατεξοχήν εφήμερα. Πολύ συχνά αρκεί μια ειδησούλα, τριάντα λέξεις σ’ ένα μονοστηλάκι, για να σε περιλάβει η μελαγχολία κι αμέσως έπειτα να θυμώσεις, έστω κι αν δεν ξέρεις τι να τον κάνεις το θυμό σου και πού να τον απευθύνεις. Αρκεί μια τέτοια ειδησούλα για να σπάσουν οι πομφόλυγες της πολιτικής και κομματικής ρητορείας και ν’ ακουστεί έτσι ο ήχος του τίποτε ή ο ήχος του ψεύδους. Ενα τέτοιο ειδησάριο, αποκαλυπτικό για το τι ακριβώς σημαίνει «μεταολυμπιακή χρήση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων» (θυμάστε; αυτό ήταν το «δεύτερο μεγάλο στοίχημα», αμέσως μετά το πρώτο, το «εθνικό στοίχημα», τους καθαυτό Ολυμπιακούς δηλαδή), παρήγαγε και η προηγούμενη εβδομάδα. Εγραφαν, λοιπόν, την περασμένη Παρασκευή, 28 Απριλίου, οι αθλητικές σελίδες της «Καθημερινής», υπό τον τίτλο «Επιασε φύκια το «κόσμημα»: ««Χορτάριασε» το Ολυμπιακό Κωπηλατοδρόμιο του Σχινιά. Ετσι, η πρώτη ημέρα της A΄ φάσης του πανελληνίου πρωταθλήματος κωπηλασίας άρχισε μετ’ εμποδίων· ορθότερα, μετά φυκιών, που εμπόδισαν την πορεία των σκαφών. O στίβος καθαρίστηκε και ο αγώνας άρχισε στις 2 μ.μ. αντί στις 8 το πρωί».

Το πρώτο που καλείσαι να πράξεις σαν αναγνώστης της ειδησούλας, σαν πολίτης δηλαδή, είναι να αποφύγεις τους συνειρμούς του καγχασμού, να μην πεις λοιπόν, «α, εντάξει, φύκια για μεταξωτές κορδέλες», γιατί είναι τόσο αυτονόητη και αυτόματη η προσφυγή στη συγκεκριμένη ρήση ώστε απλώς θα ξεθυμάνεις υιοθετώντας την. Το δεύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σκεφτείς, σαν ανώτερος άνθρωπος, καλός χριστιανός, καρτερικός βουδιστής, αποφασισμένος αδιαφοριστής ή ό,τι άλλο, ότι έξι ώρες αργοπορία (από τις οχτώ ώς τις δύο), έξι χαμένες ώρες, είναι ένα ανθυποτίποτε μπροστά στην αιωνιότητα, άρα δεν συντρέχει λόγος εκνευρισμού και διαμαρτυρίας, για τον επιπλέον λόγο ότι τα αθώα αυτά φυκάκια, παιδιά της Φύσεως εν πάση περιπτώσει, είναι επίσης ένα ανθυποτίποτε μπροστά στη δόξα που κέρδισε η (ούτως ή άλλως ένδοξη ωστόσο) πατρίδα μας με τους Ολυμπιακούς.

Το τρίτο είναι να θυμηθείς, πράγμα ως γνωστόν καταπονητικόν και εν τέλει επιβλαβές. Να θυμηθείς δηλαδή ελάχιστα έστω από τα πάμπολλα (και βεβαίως «κάθετα» και «δεσμευτικά») που είχαν ειπωθεί με αφορμή ακριβώς την κατασκευή του κωπηλατοδρομίου στον Σχινιά αλλά και τη χρήση του μετά τη λήξη των αγώνων («Θα γίνει το μεγαλύτερο υδάτινο πάρκο της Ευρώπης», έλεγαν). Εφτά «ολυμπιακούς υφυπουργούς» είχαμε επί ΠΑΣΟΚ· και μπορεί εμείς, άδικοι όπως είμαστε και ισοπεδωτές, να μην παραθυμόμαστε τι θαυμάσια έπραξαν, δηλαδή τι είχαν εξαγγείλει ότι θα πράξουν, εν τούτοις η αθανασία κατέγραψε εγκαίρως και επιμελώς τα ονόματά τους, ώστε να τα περιλάβει στις άφθιτες δέλτους της Ιστορίας. Το ποιος ήταν πάντως ο πολιτικός προϊστάμενος και πνευματικός καθοδηγητής τους, ως υπουργός Πολιτισμού, το θυμόμαστε – άλλωστε η δική του χειμαρρώδης ρητορική (ικανή να υπερασπίσει, την ίδια στιγμή, δύο σφόδρα αντίθετες πολιτικές) είχε σφραγίσει και τη «δεύτερη μάχη του Μαραθώνα» αλλά και την προσωπικής του επινοήσεως «Ολυμπιάδα του Πνεύματος». Ανασκευάζοντας λοιπόν την καταγεγραμμένη ιστορία αλλά και τη γεωγραφία, και για να νομιμοποιήσει την καταστροφή του πεδίου στον Μαραθώνα, ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και οι υπ’ αυτόν είχαν εισαγάγει την μάλλον πρωτότυπη ιδέα ότι η μάχη του Μαραθώνα ήταν τελικά ναυμαχία, άρα κάτι σαν κωπηλατοδρόμιο υπήρχε εκεί ήδη από τον καιρό του Αισχύλου και του Μιλτιάδη, άρα δεύτερον, ουδόλως βλάπτεται ο τόπος και η μνήμη αν κατασκευαστεί εκ νέου κωπηλατοδρόμιο. Επιπλέον, είχε διαβεβαιώσει το 2001 ότι «με τα ολυμπιακά έργα στον Μαραθώνα θα αναδειχθεί επιτέλους ο Τύμβος, για τον οποίο επί δεκαετίες δεν έγινε τίποτε»· προφανώς του είχε διαφύγει ότι στις δύο από αυτές τις άπραγες «δεκαετίες» (1981 – 2001) κυβερνούσε το κόμμα του, με τον ίδιο σε σπουδαίους θώκους· αλλά τι να πρωτοπρολάβει κανείς σε μια εικοσαετία.

Αν έπιασε και ο Τύμβος φύκια, όπως το κωπηλατοδρόμιο, δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω, όπως όλοι μας, πως η αυτοεγκωμιαζόμενη «Νέα Διακυβέρνηση» είχε διαβεβαιώσει κατ’ επανάληψη ότι, σαν έτοιμη υποτίθεται από καιρό, τον μακρότατο καιρό της αντιπολίτευσης, διαθέτει σχέδια για την επωφελή αξιοποίηση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Φυσικά, το να εξαγγέλλεις κάτι δέκα φορές, δεν σημαίνει ότι δεν έχεις την ευχέρεια να το ξεχάσεις επίσης δέκα φορές, ή να το ξεχάσεις πέντε και να το καταστρατηγήσεις άλλες πέντε, ώστε να βγαίνει ο λογαριασμός. Αν είχε δεσμευτεί προσωπικά και ο πρωθυπουργός υπό την περιστασιακή ιδιότητα του υπουργού Πολιτισμού, δεν το θυμάμαι, ίσως επειδή γενικότερα η υπουργική του θητεία δεν προσέφερε λόγους για να την «απομνημονεύσει» κανείς. H αναπληρώτρια υπουργός Πολιτισμού, πάντως, η κ. Φάνη Πάλλη – Πετραλιά, πρόλαβε να υποσχεθεί πολλά για την αποδοτική χρήση των εγκαταστάσεων (οι μισές, πάντως, ερειπώνονται ή λεηλατούνται, ενώ οι υπόλοιπες προορίζονται για εκποίηση, κι ας εξεγείρονται οι αποκλεισμένοι γειτονικοί δήμοι), για αθλητικό τουρισμό, συνεδριακό τουρισμό, κ.τ.λ. Καθόλου τυχαίο δεν είναι τελικά το ότι μετατέθηκε στο υπουργείο Τουρισμού, αφού η εξίσωση πολιτισμός=τουρισμός είναι πιο ισχυρή και από τη διάσημη εξίσωση του Αϊνστάιν.

Και ενώ, λοπόν, το κωπηλατοδρόμιο γεμίζει φύκια και βούρλα (και δεν προλαβαίνουμε δυστυχώς να εντάξουμε στο ολυμπιακό πρόγραμμα το άθλημα «δίκωπος άνευ πηδαλιούχου πλην μετά φυκών»), η πολιτική και αθλητική μας ηγεσία είναι απασχολημένη με το «νέο εθνικό όραμα». Οχι, δεν εννοώ τη Γιουροβίζιον (αυτό το όραμα το διακινεί η πάντοτε εμπνευσμένη ET) αλλά την ετήσια διοργάνωση αγώνων στίβου στην κατακαημένη Ολυμπία, την οποία προωθεί ο κ. Μίνως Κυριακού, ως πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και ιδιοκτήτης του «Αντένα». Συστρατιώτες του νυν και πρώην υπουργοί, υφυπουργοί, βουλευτές και αθλητικοί παράγοντες, καθώς και ολυμπιονίκες, που αφού γυρίσουν μια-δυο διαφημίσεις, ξαναθυμούνται τα αθλητικά ιδεώδη. Ολοι τους, εν αγαστή δικομματική συμπνοία (ο κ Δ. Αβραμόπουλος, ο κ. Αν. Λοβέρδος, ο κ. Γ. Σγουρός, ο κ. Δ. Κωνσταντάρας, που βρήκε «οπισθοδρομικούς» όσους δεν συμφωνούν με τα δικά του λίαν επαναστατικά οράματα) ξεσπαθώνουν (από το κανάλι του ολυμπίαρχου βεβαίως, για να μη χάσουν και την προβολή) εναντίον του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, που τόλμησε να αποφασίσει το αυτονόητο: ότι δεν νοείται να καταστραφεί η Ολυμπία για να ικανοποιηθούν υπέρμετρες προσωπικές φιλοδοξίες, κομματικά παίγνια και σχέδια «τουριστικής αξιοποίησης». Αλήθεια, πώς και δεν σκέφτηκαν όλοι αυτοί οι «πρωτοπόροι αξιοποιητές της κληρονομιάς» να προτείνουν τη μεταφορά του κωπηλατοδρομίου από τον Μαραθώνα στην Ολυμπία, ώστε να μην πιάνει και φύκια;