ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γρηγόρης Σεμιτέκολο: «Ζούμε σ’ ένα πολτό χωρίς πολιτικό λόγο»

H πρώτη φορά που είδα το εργαστήρι του Γρηγόρη Σεμιτέκολο ήταν σε ηλικία πέντε ετών με τους γονείς μου, σε μια οικογενειακή επίσκεψη. Κοιτούσα με δέος τους πίνακες με τις σπείρες και τα απόκοσμα τοπία του αλλά κυρίως μια σειρά από γλυπτά – κούκλες σε φυσικό μέγεθος που προεξείχαν από το μπαλκόνι του. Στα παιδικά μου μάτια το ατελιέ του ήταν ένας τόπος μαγικός, βγαλμένος από παραμύθι. Στη δεύτερή μου επίσκεψη, τριάντα χρόνια αργότερα, οι κούκλες είχαν εξαφανιστεί από τη βεράντα, αλλά τόσο ο καλλιτέχνης όσο και η γυναίκα του, η πιανίστα Νέλη Σεμιτέκολο, παρέμεναν τόσο ζεστοί όσο και στην πρώτη μας επαφή.

Αναδρομική έκθεση

Αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν η αναδρομική του έκθεση στην γκαλερί «Νέες Μορφές» που ολοκληρώνεται στις 20 Μαΐου και δίνει την ευκαιρία στους νεότερους να πάρουν μια γεύση από τη δουλειά ενός καλλιτέχνη που έκανε πρωτοποριακά πράγματα στην εποχή του. Περφόρμερ, ζωγράφος, σκεπτόμενος δημιουργός, ο Σεμιτέκολο δεν επεδίωξε ποτέ να γίνει εμπορικός και κράτησε με συνέπεια τη στάση του αυτή μέχρι σήμερα. Οι εμπειρίες του αλλά και ο χαρακτήρας του δεν του άφησαν κανέναν περιθώριο να «λοξοδρομήσει».

Γεννημένος το 1935, μαθητής του Πάνου Σαραφιανού και του Γιάννη Μόραλη, εγκάρδιος φίλος του συνθέτη Γιάννη Χρήστου που «έφυγε» πρόωρα, ο εικαστικός έζησε στο πετσί του την περίοδο όπου οι καλλιτέχνες ήταν μπροστάρηδες στους κοινωνικούς αγώνες και η τέχνη συνδεόταν με την επανάσταση. «Σήμερα το μόνο που ενδιαφέρει τους περισσότερους καλλιτέχνες δεν είναι να εκφράσουν αυτά που έχουν μέσα τους, αλλά να κάνουν έργα που θα πουλήσουν. O γνώμονας της δημιουργίας γι’ αυτούς είναι η αναγνώριση των συλλεκτών και των λεφτάδων. Παλαιότερα και εμείς κάναμε έργα για τον κόσμο και ο κόσμος αγόραζε τέχνη ακόμα και αν δεν είχε χρήματα» είναι τα πρώτα του λόγια. Οι πίνακες του Σεμιτέκολο εξακολουθούν πάντως να είναι σκοτεινοί και φωτεινοί, υποβλητικοί και επιβλητικοί. Φουτουριστικά τοπία και κτίρια, θαυμάσια ζωγραφισμένα.

Τσε, Αρης και Μαγκρίτ

Η αλήθεια είναι ότι στο εργαστήρι του ο χρόνος έχει σταματήσει κάπου στη δεκαετία του 1970, τότε δηλαδή που άρχισαν να ξεθωριάζουν τα συλλογικά οράματα. Παραμένουν, ωστόσο, μερικές σταθερές αξίες στους τοίχους: φωτογραφίες του Τσε Γκεβάρα -«ο πιο σημαντικός άνθρωπος που έχω νιώσει ποτέ» (sic)-, του Αρη Βελουχιώτη να είναι περήφανος καβαλάρης στα Γιάννενα, ένα βιβλίο με κείμενα του Μαγκρίτ, μια μονογραφία του Βερμέερ. Ομως, ο ζωγράφος δεν είναι παραιτημένος νοσταλγός και σε καμιά περίπτωση γραφικός, αλλά αυστηρός κριτής της καθημερινότητας: «H τέχνη αντανακλά πάντα την πολιτική. Σήμερα αισθάνομαι ότι ζούμε σε ένα πολτό χωρίς πολιτικό λόγο από κανένα κόμμα. H αριστερά δεν υπάρχει πια, δεν την λογαριάζω καθόλου. Το μόνο που απέμεινε είναι να έχεις ανθρώπους αγαπημένους με τους οποίους να κάνεις ουσιαστικές κουβέντες και επαφές. Να παίρνεις «αναπνοές». Νιώθω σαν να γυρίζω σπίτι μου και να το έχουν γκρεμίσει. Δεν έχω πού να πάω…», λέει στη «K».

H ανυπαρξία των πολιτικών και άλλων ερεθισμάτων έχει κάνει τον Σεμιτέκολο να απομακρυνθεί από την περφόρμανς και να στραφεί αποκλειστικά στο χρωστήρα από το 1990: «Δεν υπάρχει πλέον η έμπνευση, αλλά και οι συνθήκες γι’ αυτήν τη μορφή εικαστικής έκφρασης. Αλλωστε και τις πρώτες μου περφόρμανς τις έκανα με τον Χρήστου, που κατάφερε να βγάλει όλα αυτά τα πράγματα από μέσα μου και κάναμε μαζί τις «αναπαραστάσεις», δράσεις που δεν είχαν ξαναγίνει».

Στις Νέες Μορφές προβάλλεται η περφόρμανς του «Πιανίστα» του 1969, που το παρακολουθούσαν με συγκίνηση πολλοί φοιτητές της ΑΣΚΤ το βράδυ των εγκαινίων, πριν από μερικές ημέρες. Σε αυτούς εναποθέτει τις ελπίδες του, όπως και στους εξεγερμένους Γάλλους φοιτητές που βγήκαν στους δρόμους πριν από ένα μήνα: «Είναι δύσκολο να ελπίζεις. H μόνη μου συμβουλή είναι να κάνει κανείς καλά τη δουλειά του σε όποιο πόστο και αν βρίσκεται και να κρατά μια εσωτερική αντίσταση στον ισοπεδωτικό σημερινό κόσμο».