ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αμήχανο ντεμπούτο για μια σταρ

Στο έργο του Ρίτσαρντ Γκρίνμπεργκ «Τρεις μέρες βροχή», τα υπαρξιακά αινίγματα που πάντα στοιχειώνουν τα έργα αυτού του συγγραφέα αποκτούν μια βασανιστικά διχοτομική μορφή, η οποία… Ορίστε; Ρωτάτε πώς είναι εκείνη; Ποια εκείνη; Α, ναι, εκείνη. Εντάξει, αν θέλετε να μάθετε είναι πολύ σφιγμένη στην πρώτη πράξη, ελάχιστα εξοικειωμένη με τις δύο ηρωίδες που ερμηνεύει και τόσο τρομερά όμορφη που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Μπορούμε τώρα να μιλήσουμε για το έργο;

Αμ δε… Διότι στο νέο ανέβασμα του «Τρεις μέρες βροχή», στο θέατρο Μπέρναρντ Τζέικομπς του Μπρόντγουεϊ, πρωταγωνιστεί η Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία κάνει το θεατρικό της ντεμπούτο. Αυτός, άλλωστε, είναι ο μόνος λόγος που τα εισιτήρια γι’ αυτή την περιορισμένη σειρά παραστάσεων, που τελειώνει στις 18 Ιουνίου, έγιναν τα πιο περιζήτητα στη Νέα Υόρκη. Το ευφυές, κομψό έργο που ο Γκρίνμπεργκ έγραψε το 1997, με θέμα την έλλειψη επικοινωνίας μεσα στην οικογένεια και τη μοναξιά της οικειότητας, δεν έχει ποτέ γνωρίσει -και πιθανόν να μη γνωρίσει ποτέ στο μέλλον- τόση φήμη. Από το άλλο μέρος, είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις τις καλλιτεχνικές αρετές του έργου από αυτήν την ξύλινη ερμηνεία της πρωταγωνίστριας στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Τζο Μαντέλο και όπου πρωταγωνιστούν επίσης ο Πολ Ραντ και ο Μπράντλεϊ Κούπερ.

Ατίθαση και ευάλωτη

Η μόνη συγκίνηση που προκαλεί αυτή η παράσταση δεν βγαίνει από την όποια επικοινωνία των ηθοποιών επι σκηνής, αλλά από τη σχέση ανάμεσα στη Ρόμπερτς και τους θαυμαστές της. Ομολογώ ότι είμαι ένας από αυτούς – στο κάτω κάτω η Τζούλια είναι μια από τις ελάχιστες κινηματογραφικές σταρ της εποχής μας, Σταρ με κεφαλαίο, όπως οι παλιές δόξες του Χόλιγουντ. Το ξέρουμε δα ότι δεν είναι μια πολύπλευρη ηθοποιός όπως οι συνάδελφοί της εκ του εξωτερικού Νικόλ Κίντμαν, Κέιτ Γουίνσλετ, Κέιτ Μπλάνσετ. Το φάσμα της στην οθόνη εκτείνεται από την ατίθαση αλλά ευάλωτη («Pretty Woman», «Εριν Μπρόνκοβιτς») έως την ευάλωτη αλλά ατίθαση («Νύχτες με τον εχθρό μου», «Closer»). Η δύναμή της, στο μέτρο που αφορά το κοινό της, βρίσκεται στον συνδυασμό μιας ασυνήθιστης ομορφιάς με μια απλότητα, η οποία μεγεθύνει καθημερινά ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε επίπεδο ραδιενεργής έντασης. Είναι σαν μια συνηθισμένη γυναίκα που δεν μοιάζει με καμιάν άλλη.

Πιστεύω ότι όλοι στο θέατρο, όπου υπήρχε μεγάλο ποσοστό νεαρών γυναικών, θέλαμε να τα πάει καλά η Τζούλια Ρόμπερτς. Και το ότι δεν τα πήγε καλά -τουλάχιστον με τα συνήθη θεατρικά κριτήρια- είναι απίθανο να της αφαιρέσει θαυμαστές, αν και δεν πρόκειται να κερδίσει καινούργιους μεταξύ των σνομπ θεατρόφιλων.

Η πλοκή

Ας πούμε όμως δυο λόγια για την πλοκή του έργου. Στην πρώτη πράξη, που εκτυλίσσεται το 1995, βλέπουμε τον νευρωτικό, ακαμάτη Γουόκερ (Πολ Ραντ), τη δύσθυμη, «σπιτόγατα» αδελφή του Ναν (Τζούλια Ρόμπετς) και τον παλιό τους φίλο, τον Πιπ (Μπράντλεϊ Κούπερ), έναν πολλά υποσχόμενο νεαρό ηθοποιό γεμάτο προπέτεια, να συναντώνται στο άνοιγμα της διαθήκης του πατέρα της Ναν και του Γουόκερ, ενός φημισμένου αρχιτέκτονα, που συνεταίρος του ήταν ο πατέρας του Πιπ, από χρόνια πεθαμένος.

Στη δεύτερη πράξη, που λαμβάνει χώρα το 1960, οι ίδιοι ηθοποιοί παίζουν τους γονείς των ηρώων της πρώτης πράξης. Είναι ο Νεντ (Πολ Ραντ), ο ήρεμος και σοβαρός αρχιτέκτονας, και η Λίνα, μια παλαβιάρα σε στυλ Ζέλντα Φιτζέραλντ, η οποία εκείνο τον καιρό βγαίνει με τον Τίο (Κούπερ) έναν νεαρό αρχιτέκτονα γεμάτο προπέτεια. Ολοι οι ήρωες στις «Τρεις μέρες βροχή» είναι αναλυτικοί, υπερβολικά διανοούμενοι, επιρρεπείς στην αναφορά γνωστών ονομάτων και σε λυρική, κοφτή, καθαρά θεατρική ομιλία που είναι το χαρακτηριστικό του Γκρίνμπεργκ. Για να αναδείξει τη μαγεία του το έργο, η γλώσσα πρέπει να ρέει σαν μουσική. Δυστυχώς, αυτή η παραγωγή ποτέ δεν υψώνει τη φωνή της σε τραγούδι.

Ο Πολ Ραντ, με μεγαλύτερη θεατρική πείρα, φτάνει πιο κοντά στη μουσική, αλλά με έναν υποτονικό, αποστασιοποιημένο τρόπο, ενώ ο Κούπερ, τηλεοπτικός ηθοποιός κυρίως, κουβαλάει τις «εύκολες» μανιέρες της τηλεόρασης. Και η Τζούλια Ρόμπερτς φαίνεται σαν να αναλύει γραμματικά τα λόγια της, αφήνοντας πολύ νεκρό αέρα ανάμεσα στις γραμμές.

Κι όμως, έχει μερικές πολύ καλές στιγμές. Κάποιες φορές που σωπαίνει, το πρόσωπό της φαίνεται εκπληκτικά εύγλωττο. Μια σκηνή φλερτ με τον Ραντ, στη δεύτερη πράξη, είναι απολύτως γοητευτική. Και τις λίγες φορές που χαμογελάει, είναι τόσο φωτεινή που μπορεί να ξορκίσει σαράντα μέρες βροχής. Το σίγουρο είναι ότι δεν διάλεξε το σωστό έργο και το σωστό θέατρο για το θεατρικό της ντεμπούτο. Σ’ ένα θέατρο εκτός Μπρόντγουεϊ, ίσως να ήταν πιο χαλαρή. Και θα ήταν προτιμότερο να ερμηνεύσει μια ρομαντική ηρωίδα, με κωμικούς τόνους. Οι ρόλοι της στο «Τρεις μέρες βροχή» είναι κατά βάση ρόλοι καρατερίστας, και η Ρόμπερτς δεν είναι καρατερίστα.

Στην αρχή του έργου, ο Γουόκερ μιλάει για ένα περίφημο σπίτι που είχε σχεδιάσει ο πατέρας του και που φωτογραφίες του είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό Life. «Πολλοί αρνούνται την πρόσκλησή μου να τους το δείξω όπως είναι στην πραγματικότητα, γιατί φοβούνται μη χαλάσει η εικόνα που έχουν από τις φωτογραφίες», λέει. Μερικοί θαυμαστές της μπορεί να δοκιμάζουν τον ίδιο φόβο να δουν τη Ρόμπερτς με σάρκα και οστά.

Δεν θα ‘πρεπε. Μοιάζει απόλυτα με τη σαγηνευτική σταρ του κινηματογράφου. Οι θαυμαστές του Γκρίνμπεργκ, από την άλλη, καλύτερα να μείνουν σπίτι τους.