ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ατυχοι οι νέοι που γράφουν και διαβάζουν χωρίς περισπωμένες

Με είδη λαϊκής δημιουργίας (μοιρολόγια, νανουρίσματα, παραμύθια) καταπιάνεται στην τελευταία της δουλειά η σκηνοθέτις και μουσικός Μίρκα Γεμετζάκη «κεντώντας» τα πάνω στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Μια ψυχή». Η Ρηνιώ Κυριαζή, μαθήτριά της από το 1997, αναλαμβάνει την ερμηνεία και τα καταφέρνει μια χαρά στην παράσταση «Φεύγουσα Κόρη», που παίζεται στο θέατρο του Νέου Κόσμου έως τις 30 Μαΐου.

Ο Θωμάς Λώλης μπαίνει με το παραπονιάρικο και περήφανο κλαρίνο του στη σκηνή. Ενόσω τα φώτα τρεμοπαίζουν και σβήνουν, η Ρηνιώ Κυριαζή μάς γλυκαίνει με το νανούρισμά της: «Νάνι, νάνι το παιδί, όσο ν’ αποκοιμηθεί, όσο να ‘ρθει η μάνα του, να του κάνει τα χάδια του».

Φεγγοβολώντας μέσα στο λιτό φουστάνι της και την ολοάδεια σκηνή -μόνο μία καρέκλα υπάρχει-, αφήνει τους θεατές να πλάσουν τις δικές τους εικόνες υπό την επίδραση της τέχνης της αφήγησης. Πότε όρθια, πότε καθιστή, με τα χέρια στα γόνατα, ξετυλίγει δύο παραμύθια («Τον Φερουντή τον τρώει η Λάμια», «Η Λιοτήρω»), νανουρίσματα, μοιρολόγια, μοιρολόγια του γάμου με καμβά πάντοτε το διήγημα «Μια Ψυχή».

Γλύκα και λύπη μαζί

Ποιο νήμα τα ενώνει και τα διαπερνά; «Το μοιρολόγι και το νανούρισμα εδράζονται στον ίδιο χώρο, στο στέρνο. Το στέρνο είναι ένα ηχείο. Αυτό που δένει τα παραπάνω, πέρα από το περιεχόμενο, είναι το συν-αίσθημα. Και να μείνουμε σ’ αυτό. Λέμε συν+αίσθημα, όχι feeling. Οπως επίσης λέμε έκ-φραση, όχι expression. Με pression θα γίνει το μοιρολόι; Το μοιρολόι είναι γλύκα και λύπη μαζί», μας λέει η Μίρκα Γεμετζάκη. Η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη, η Αγγελικούλα, είναι 14 χρονών. Οπως η Λιοτήρω και ο Φερουντής. Τα ταπεινά παραμύθια, αποτέλεσμα ανώνυμης συλλογικής δημιουργίας και σοφίας, μιλούν για τη γέννηση, τον έρωτα, τον θάνατο, τον κύκλο της ζωής. «Τα δύο παραμύθια της παράστασης μας λένε για μια μάνα που χάνει το παιδί της, δεν έχει άντρα, είναι μόνη, δεν μπορεί να κάνει κάτι. Η ομοιότητα αυτή λειτούργησε ως σημάδι για εμάς. Διαβάζαμε το «Μια Ψυχή» και μου λέει η Μίρκα, εδώ θα πεις στην Αγγελικούλα παραμύθι», συμπληρώνει η Ρηνιώ Κυριαζή.

Ο Παπαδιαμάντης έκοψε ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείο της ψυχής και μας τα προσέφερε: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω, και αναπνέω και σωφρονώ, δε θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη», για να θυμηθούμε λόγια του ίδιου. Η Ρηνιώ Κυριαζή έχει αφηγηθεί Ροΐδη και Βικέλα, ενώ η Μίρκα Γεμετζάκη έχει καταπιαστεί και παλιότερα με τον Βιζυηνό και τη «Φόνισσα» του Σκιαθίτη πεζογράφου:

«Θα ξανακάνω Παπαδιαμάντη. Βάζει τη γλώσσα μέσα μας. Ατυχοι εσείς οι νέοι. Σας στέρησαν τη μαγεία της γλώσσας. Γράφετε και διαβάζετε χωρίς περισπωμένες… Ο Παπαδιαμάντης, όπως και ο Αισχύλος, έχουν μουσική. Αν διαβάζεις τα κείμενά τους χωρίς να αισθάνεσαι τη διαφορά μεταξύ συμφώνου και φωνήεντος έχεις χάσει. Το φωνήεν είναι χώρος, όγκος. Αν κάποιος δάσκαλος το καταλάβει και τους διδάξει τοιουτοτρόπως, σίγουρα θα γοητεύσει τους μαθητές».

Και ο ηθοποιός; Τι θέση έχει μέσα σ’ όλα τούτα; «Να πούμε ότι η αρρώστια και η καταστροφή του ηθοποιού είναι η ταύτισή του με τον ρόλο», επιμένει η σκηνοθέτις. Η Ρηνιώ συμφωνεί: «Τι πάει να πει ταυτίζομαι με την Κλυταιμνήστρα; Παίρνω ένα μαχαίρι και σκοτώνω τα παιδιά μου; Δεν ξέρω πώς είναι η Κλυταιμνήστρα. Μόνο το κείμενο έχω σαν βάση». Ζητούμενο, λοιπόν, είναι «ν’ αφήσεις το κείμενο να μπει μέσα σου, να πάρεις τον μηχανισμό, να τον καταλάβεις και από εκεί και πέρα να δεις πώς μπορείς να δανείσεις το σώμα σου στο κείμενο», λέει η Μίρκα Γεμετζάκη. Με τη Ρηνιώ τα κατάφεραν. Το σώμα της αναπνέει στον ιδιάζοντα λόγο και ρυθμό του Παπαδιαμάντη, στην ντοπιολαλιά των παραμυθιών και των μοιρολογιών. Η νέα ηθοποιός το καταλαβαίνει: «Δουλεύουμε τη φωνή μου και μου δίνεται μια άλλη δυνατότητα. Εναλλάσσοντας τους ρόλους και εφόσον το κείμενο έχει «αδειάσει» μέσα μου, όλα γίνονται αβίαστα. Δεν κάθομαι να σκεφτώ ότι τώρα θα γίνω ο ένας ή ο άλλος που είναι έτσι. Σκέψου. Σαν τον καραγκιοζοπαίχτη που αλλάζει τις κούκλες του και δεν ταυτίζεται με τον μπαρμπα-Γιώργο ας πούμε. Με λίγα λόγια, έχουμε χάσει το απλό, το παιχνίδι, που ένα παιδί το έχει. Κάπως έτσι το αντιλαμβάνομαι. Οπως το κάνουν και οι γιαγιάδες…».

Φωνή και σώμα

Αλλο ένα στοιχείο-κλειδί της παράστασης είναι η εξερεύνηση της φωνής και του σώματος. Η Μίρκα Γεμετζάκη μετέρχεται αυτών σαν να είναι μουσικά όργανα. Παρηχήσεις, επιφωνήματα λαχτάρας, χαράς, απελπισίας, αποτροπής, λυγμοί, ανάσες: «Οταν ήσουν μωρό τι έκανες; Πώς επικοινωνούσες; Με την κραυγή (επειδή πεινούσες, νύσταζες, πονούσες). Αυτό συνέλαβαν πρώτοι οι αρχαίοι Ελληνες. Δες ο Αισχύλος πόσων ειδών επιφωνήματα χρησιμοποιεί», συνεχίζει η Μίρκα Γεμετζάκη.

Αναρωτιέμαι αν στους τωρινούς χρόνους τα υλικά της παράστασης, μας είναι οικεία, αν χρειάζεται να έχουμε ιδιαίτερα ακούσματα και βιώματα για να τα «νιώσουμε». Η σύνθεση όμως του κοινού δίνει την καλύτερη απάντηση. Μαθητές, φοιτητές και μεγαλύτεροι μπλεγμένοι μεταξύ τους. «Η παράσταση είναι ροκ», λέει εμφατικά ένας 17χρονος στη Ρηνιώ. Εχει δίκιο. Αλλωστε, τι είναι το ροκ, αν όχι το σπάσιμο μιας φόρμας;

«Ελα ύπνε απ’ το βουνό, κι απ’ το κρύο το νερό, έλα κι αποκοίμισέ το και γλυκά νανούρισέ το». Η παράσταση τελειώνει. Είναι σαν να έχω ακούσει ένα τραγούδι διάρκειας 60 λεπτών.