ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Φοβούμαι πως τα «Αμίλητα, βαθιά νερά» της Ρέας Γαλανάκη (Καστανιώτης, σελ. 433) δεν κατορθώνουν να αποδώσουν πειστικά την ερωτική απαγωγή της Κρητικοπούλας Τασούλας, η οποία είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο πριν από 55 χρόνια. Δεν αναφέρομαι στο αν το μυθιστορηματικό χρονικό καταγράφει με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά διότι το πρόβλημα προϋποθέτει μια διαφορετική, εξαιρετικά σύνθετη συζήτηση. Μιλώ για το κατά πόσον το ίδιο το αφήγημα μας πείθει ότι τα πολυθρύλητα γεγονότα είναι δυνατόν να συνέβησαν όπως τα είδε και τα εξιστορεί η δημιουργός του βιβλίου. Ο λόγος που η Γαλανάκη απέτυχε, οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στην αρχική υπόθεση εργασίας: στον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε το υλικό της, στην οπτική που υιοθέτησε, στις τεχνικές που εφάρμοσε για να το παραθέσει.

Το 1950, ο τριαντατετράχρονος ήρωας της εθνικής αντίστασης Κώστας Κεφαλογιάννης ή Κουντόκωστας απαγάγει εκουσίως, σύμφωνα με την εκδοχή της συγγραφέως, την εικοσάχρονη αγαπημένη του Τασούλα στο Ηράκλειο της Κρήτης. Βάσει των κανόνων του άγραφου εθιμικού δικαίου που ίσχυε στην περιοχή, το επεισόδιο θα μπορούσε να λήξει ομαλά μ’ έναν απλό γάμο. Μόνο που οι πρωταγωνιστές δεν ήταν ανώνυμοι πολίτες, αλλά μέλη δύο πανίσχυρων, πολιτικά αντιτιθέμενων κρητικών οικογενειών, με αποτέλεσμα να μετατραπεί η συνήθης απονενοημένη ερωτική πράξη σε μείζον πολιτικό ζήτημα. Η Γαλανάκη είχε στη διάθεσή της πλήθος γραπτών τεκμηρίων στα οποία πρόσθεσε σημερινές προφορικές μαρτυρίες. Θέση της είναι ότι η ιστορία αποτελεί ένα από τα σύγχρονα μεγάλα ερωτικά ειδύλλια, γι’ αυτό και το ύφος που επέλεξε να την εξιστορήσει υπήρξε εξιδανικευτικά λυρικό. Ο Κουντόκωστας περιγράφεται ως «από τα γεννοφάσκια του αντάρτης», ως «ο ορεσίβιος και ο ατρόμητος», «ο αγέρωχος, ο παράφορος και ο άφοβος γιος της Κρήτης», ενώ η Τασούλα παραβάλλεται με την Ωραία Ελένη, την Ιουλιέτα και την Αρετούσα.

Το αδιέξοδο του να αντιμετωπίζεις την Ελλάδα του 1950 με τη ματιά του Δημόδοκου και του Βιτσέντζου Κορνάρου, αναδεικνύεται καθαρά στις σταθερά θετικές περιγραφές του πατέρα της Τασούλας, τον οποίο η αφήγηση παρουσιάζει άλλοτε σαν «αγέρωχο σταυραετό» και άλλοτε σαν «Αϊ-Γιώργη που σκότωνε το δράκο». Πουθενά όμως δεν αξιολογεί το γεγονός ότι, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, ο άνθρωπος αυτός συνέβαλε αποφασιστικά στο να λάβει η υπόθεση την ανεκδιήγητη πολιτική τροπή της, καθώς εκτός από «θιγμένος» πατέρας, ο Γεώργιος Πετρακογιώργης υπήρξε ο παντοδύναμος βουλευτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων που κινητοποίησε την κρατική μηχανή εναντίον του ζεύγους. Τις ευθύνες για το κακό, η Γαλανάκη τις επιρρίπτει αντιθέτως στο ανάλγητο μετεμφυλιακό κράτος (σελ. 156, 158, 219, 252) – κράτος τεχνητά αποπροσωποιημένο εφόσον, όποτε οι πολιτικοί και διοικητικοί του παράγοντες ανεβαίνουν στη σκηνή, η συγγραφέας τους εμφανίζει πέραν πολιτικών δεσμεύσεων και διλημμάτων. Αυτά συμβαίνουν όταν αντιμετωπίζεις το ιστορικό γεγονός από την οπτική του θρύλου, με τη δικαιολογία ότι επειδή στην Κρήτη επιβίωσαν ορισμένοι άγραφοι δικαιικοί κανόνες, μπορείς να την προσεγγίζεις ως αρχαϊκή κοινωνία. Και στη συνέχεια υιοθετείς τους ειδυλλιακούς τρόπους τους οποίους οι αρχαϊκές κοινωνίες επέλεξαν προκειμένου να περιγράψουν τον εαυτό τους.

Το αποτέλεσμα; Χάος, διότι παγιδεύεσαι στην αφελή απλοϊκότητα του δακρύβρεχτου ρομάντζου το οποίο οι ελληνικές εφημερίδες καλλιέργησαν σχετικά με την απαγωγή. Εμπλέκεσαι στη λογική ενός είδους που, σε αντίθεση προς το απέριττο λαϊκό αφήγημα της ανόθευτης προαστικής κοινότητας, βαρύνεται επιπλέον με τις αμαρτίες των σύγχρονων εμπορικών σκοπιμοτήτων. Αυτοπεριοριζόμενο στο ολισθηρότατο αυτό έδαφος, δεν είναι παράξενο που το γραπτό της Γαλανάκη πνίγεται έτσι σε πλημμυρίδα από πομπώδεις ρητορείες, φθάνοντας να χαρακτηρίζει το Εφετείο Χανίων του 1950 «ναό των γραπτών ελληνικών νόμων» (σ. 333), τους Κρητικούς βοσκούς του έτους 2004 «ιεροφάντες» (σ. 115) ή να θεωρεί ότι για την απόφαση του Εφετείου Χανίων πάνω στην υπόθεση Κουντόκωστα δεν αγωνιούσαν παρά «μονάχα όσοι γέροντες βυθίζονταν οριστικά στα βαθυκύανα πελάγη του θανάτου και όσα μωρά κρεμόντουσαν στη ρώγα» (σ. 343). Αμετροέπεια και επιτήδευση συναγωνίζονται ποια θα αποκτήσει το πάνω χέρι.

Το γεγονός ότι η Γαλανάκη από τη μια επιδίωξε να διερευνήσει την αλήθεια μέσω τεκμηρίων, από την άλλη όμως προσπάθησε να αποφύγει μέσα από την εξιδανίκευση κάθε επικίνδυνο σκόπελο της σύνθετης ελληνικής κοινωνικοπολιτικής και ψυχολογικής πραγματικότητας των μέσων του 20ού αιώνα, εκτροχιάζει το αφήγημα. Και ήταν τόσο πυκνή αυτή η ιστορία! Τόσο πρόσφορη να φέρει στην επιφάνεια τις οξύτατες νεοελληνικές συγκρούσεις ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, το γραπτό και το άγραφο, το αρχαϊκό και το αστικό, το πολιτικό και το πελατειακό, το συζυγικό και το πατρικό, το κοινωνικό και το ερωτικό!