ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δύσκολοι καιροί για «πρίγκιπες»

Εχοντας τεράστια πείρα τόσο από τις ανεξάρτητες όσο και από τις χολιγουντιανές ταινίες, ο Εντουαρντ Νόρτον πίστευε ότι ήξερε τους κανόνες του κινηματογραφικού παιχνιδιού. Οι εμπορικές ταινίες αφορούσαν τα μεγάλα στούντιο. Τα μικρά φιλμ, που δεν μπορούσαν να περιληφθούν στις καθιερωμένες κατηγορίες, αφορούσαν τον ανεξάρτητο κινηματογράφο. Με τον καιρό όμως, όπως λέει, οι κανόνες άλλαξαν και τα ανεξάρτητα φιλμ μοιάζουν όλο και περισσότερο με τις χαμηλού προϋπολογισμού ταινίες των μεγάλων στούντιο. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη με την τελευταία ταινία του, η «Κοιλάδα του πόθου», μια ερωτική ιστορία με θέμα τον δεσμό ανάμεσα σε μια έφηβη κοπέλα και έναν ώριμο άντρα, ο οποίος νοσταλγεί τις παλιές ρομαντικές μέρες της Αγριας Δύσης (τον ερμηνεύει ο Νόρτον). Επειτα από πολλές ταλαιπωρίες, η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους της Νέας Υόρκης στις 5 Μαΐου.

Οταν ο Νόρτον μπήκε στο καστ της ταινίας, δεν περίμενε να την αναλάβει κάποιο μεγάλο στούντιο. Οταν ολοκληρώθηκε, ο Νόρτον -που συμμετείχε στην παραγωγή- πίστεψε ότι θα μπορούσε να καταφέρει να αναλάβει τη διανομή ένα από τα αποκαλούμενα «ειδικά τμήματα» των μεγάλων στούντιο, όπως τα Focus Features, Fox Searchlights, Sony Classics, Warner Independent, Miramax Classics, Paramount Classics.

Απροθυμία

Αφότου, όμως, η ταινία προβλήθηκε στις Κάννες, πέρυσι, κανένα από αυτά τα στούντιο δεν έδειξε προθυμία, όπως μου είπε ο Νόρτον στη συνάντησή μας σ’ ένα ρεστοράν της Νέας Υόρκης, στη διάρκεια ενός διαλείμματος από τα γυρίσματα της τελευταίας ταινίας του, «Pride and Glory», παραγωγή του στούντιο New Line. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί τους του είπαν ότι το φιλμ «είναι δύσκολο να πουληθεί». Η ταινία, του είπαν, είναι πολύ «σκοτεινή».

Και ενώ ταινίες όπως η φετινή «Το μυστικό του Μπρόουκμπακ Μάουντεν», παραγωγή της Focus Features, επαινούνται επειδή ανοίγουν καινούργιους θεματικούς δρόμους, τα μικρά «καλλιτεχνικού προσανατολισμού» στούντιο και τα ανάλογα παραρτήματα των μεγάλων εταιρειών εμφανίζουν τώρα την τάση να αναζητούν ταινίες με σαφή εμπορικά στοιχεία. Αυτό δεν αφήνει πολύ χώρο για ταινίες που δεν χωράνε στις υπάρχουσες κατηγορίες ή που δεν απευθύνονται σε συγκεκριμένη μερίδα του κοινού. Η «Κοιλάδα του πόθου», γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον Ντέιβιντ Τζέικομπσον, είναι σαφώς ένα τέτοιο φιλμ. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η ταινία προβλήθηκε πέρυσι σε ευρωπαϊκές χώρες (στην Ελλάδα την είδαμε το φθινόπωρο του 2005), στις ΗΠΑ έμεινε για πολύ καιρό χωρίς διανομή.

Ο Νόρτον απογοητεύτηκε πολύ όταν η «Κοιλάδα του πόθου» απορρίφθηκε από τους διανομείς στις Κάννες, οι οποίοι είπαν ότι από το φιλμ έλειπε το «εμπορικό αγκίστρι». «Καταλαβαίνω ότι όταν πρόκειται για ταινίες με μεγάλο προϋπολογισμό το χρειάζονται αυτό. Αλλά όταν μιλάμε για μικρότερες ανεξάρτητες εταιρείες διανομής, υποθέτεις ότι αυτό το είδος ταινίας είναι τέλειο. Παίρνεις κάποια ρίσκα στη μορφή και στην αφήγηση, αλλά υπάρχουν επίσης εμπορεύσιμα στοιχεία στο καστ. Γι’ αυτό αναρωτιέμαι τι συμβαίνει».

Επειτα απ’ όλη αυτή την αρνητική υποδοχή, ο Νόρτον έκανε μια ασυνήθιστη προσπάθεια για να αποδείξει τη βιωσιμότητα της ταινίας, προβάλλοντας την «Κοιλάδα του πόθου» στις ΗΠΑ σε μια ειδική προβολή για κριτικούς και ανθρώπους με επιρροή στο χώρο του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ανταποκρίθηκαν με μια σειρά ενθουσιαστικά σχόλια, τα οποία ο Νόρτον πέρασε αμέσως στους διανομείς. Τελικά, η ThinkFilm, μια ανεξάρτητη εταιρεία διανομής, αγόρασε τα δικαιώματα για την αμερικανική αγορά, ενώ η Icon Productions του Μελ Γκίμπσον πήρε τα δικαιώματα για τη Βρετανία.

Ο Νόρτον προβλέπει ότι το φιλμ θα βρει το κοινό του στην πατρίδα του: τους θεατές που αναζητούν ουσία στην οθόνη. «Θελήσαμε να γυρίσουμε ένα γουέστερν για τον δικό μας κόσμο, που να έχει να κάνει με τα γουέστερν με τα οποία μεγαλώσαμε», λέει. «Ο Ντέιβιντ επιμένει να θέτει ερωτήματα, στα οποία δεν απαντάει ο ίδιος, κι έτσι σε αφήνει να τα σκεφτείς εσύ».